Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΙΒ΄ (12η) Φεβρουαρίου, μνήμη της Οσίας ΜΑΡΙΑΣ της μετονομασθείσης ΜΑΡΙΝΟΣ.

Μαρία η Οσία Μήτηρ ημών, αλλάξασα τα γυναικεία φορέματα, εφόρεσεν ανδρικά και αντί Μαρίας μετωνομάσθη Μαρίνος· εισελθούσα δε εν Μοναστηρίω μετά του κατά σάρκα πατρός αυτής, εκουρεύθη Μοναχός και υπηρέτει μετά των νεωτέρων Μοναχών, χωρίς να γνωρισθή τελείως ότι ήτο γυνή. Μίαν φοράν δε καταλύσασα εν τινι ξενοδοχείω ομού με άλλους αδελφούς, διεβλήθη ότι έφθειρε την θυγατέρα του ξενοδόχου και δέχεται ευχαρίστως την συκοφαντίαν ταύτην και το όνειδος και ομολογεί, ότι έπραξε δήθεν την αμαρτίαν εκείνην· όθεν εξεδιώχθη του Μοναστηρίου και επί τρία ολόκληρα έτη εταλαιπωρήθη, η αοίδιμος, τρέφουσα το παιδίον εκείνο το οποίον αυτή δεν εγέννησε. Γενομένη δε ποτε δεκτή εις το Μοναστήριον, είχε μεθ’ εαυτής και τον δήθεν εκ πορνείας υιόν της, εφανερώθησαν όμως τα κατά την Οσίαν αφ’ ου ετελεύτησε, διότι, ότε ενεταφιάζετο, εγνωρίσθη, ότι ήτο γυνή. Η δε θυγάτηρ του πανδοχέως, η συκοφαντήσασα την Οσίαν, εκυριεύθη υπό πονηρού δαίμονος, όθεν ωμολόγησε φανερά και είπεν, ότι διεφθάρη υπό στρατιώτου τινός. Ο Ηγούμενος λοιπόν και οι Μοναχοί, οι οποίοι πρότερον ωνόμαζον αθλίαν την Οσίαν, τότε ωνόμαζον αυτήν μακαρίαν και πολλών τιμών ταύτην ηξίωσαν. 

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Τη ΙΒ΄ (12η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΜΕΛΕΤΙΟΥ Αρχιεπισκόπου Αντιοχείας της Μεγάλης.

Μελέτιος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, ο της Μεγάλης Αντιοχείας Αρχιεπίσκοπος, ήκμασεν επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου εν έτει τλδ΄ (334) και έζησε μέχρι της εποχής της Αγίας Β΄ Οικουμενικής Συνόδου της συνελθούσης εν έτει τπα΄ (381) επί Θεοδοσίου του Μεγάλου. Ούτος δια την υπερβάλλουσαν αρετήν του και δια την εις Χριστόν καθαράν αγάπην του, έγινεν εις τους πολλούς τοσούτον ποθητός και αξιέραστος, ώστε ότε το πρώτον εισήλθεν εις την Αντιόχειαν (ήτο δε τότε η κυρία ημέρα της χειροτονίας του), πας Χριστιανός ωθούμενος υπό του προς αυτόν πόθου, τον προσεκάλει εις τον οίκον του, νομίζων ότι μέλλει να αγιασθή δια μόνης της εισόδου του Αγίου. Τριάκοντα δε μόνον ημέρας διατρίψας εις την Αντιόχειαν, ουδέ αυτάς ολοκλήρους, εδιώχθη υπό των εχθρών της αληθείας Αρειανών, καθότι επείσθη εις την κακοδοξίαν των ο τότε βασιλεύς Κωνστάντιος, ο υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, συγχωρούντος ταύτα του δικαιοκρίτου Θεού, οις Αυτός οίδε κρίμασιν. Αφ’ ου λοιπόν εδιώχθη παρανόμως εκ της επαρχίας του, επανήλθεν εις την Κωνσταντινούπολιν και έμεινεν εις αυτήν περισσότερον των δύο ετών. Είτα εκάλεσεν αυτόν ο βασιλεύς δια γραμμάτων να μεταβή, όχι εκεί πλησίον, αλλά εις την Θράκην· ωσαύτως δε και άλλοι πολλοί Επίσκοποι πολλαχόθεν της οικουμένης εκεί συνήχθησαν, κληθέντες και αυτοί δια βασιλικών γραμμάτων, διότι τότε επλησίαζεν ο καιρός κατά τον οποίον έμελλε να ελευθερωθώσιν από τον πολυχρόνιον χειμώνα των αιρέσεων αι Εκκλησίαι του Θεού και να λάβωσι την τελείαν γαλήνην. Τότε λοιπόν εθαυμάσθη ο μέγας ούτος Πατήρ ημών Μελέτιος υφ’ όλων των εκεί συναχθέντων Επισκόπων, τόσον δια την αρετήν του, όσον και δια την σύνεσιν των λόγων του· και εκεί ολίγον ασθενήσας, παρέδωκεν εν ειρήνη την μακαρίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού, αφήσας την πρόσκαιρον ταύτην ζωήν εις την ξένην γην. Αυτού αγίαις πρεσβείαις, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.



Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΙΑ΄ (11ην) Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΓΕΩΡΓΙΟΥ του Σέρβου, του εν τη πόλει Σοφία μαρτυρήσαντος κατά το έτος αφιε΄ (1515) και δια πυρός τελειωθέντος.

Γεώργιος ο νεοφανής Μάρτυς του Χριστού ήτο από την Σερβίαν, από πόλιν τινά λεγομένην Κράτοβαν, ευσεβών γονέων υιός Δημητρίου και Σάρρας· όταν δε έγινε το παιδίον εξ ετών, εδόθη υπό των γονέων του εις μάθησιν των ιερών γραμμάτων, τα οποία ταχέως έμαθεν· έπειτα έμαθε κατ’ ακρίβειαν και την τέχνην των χρυσοχόων. Κατά δε τον αυτόν καιρόν απέθανεν ο πατήρ αυτού και έμεινεν ορφανός· επειδή δε ήτο πολύ ωραίος, εφοβήθη να μένη εις την πατρίδα του, μήπως τον λάβουν βιαίως εις την αυλήν του τότε Σουλτάνου Βαγιαζήτ· δια τούτο άφησε την πατρίδα του και επήγεν εις την πόλιν Σοφίαν (η σημερινή πρωτεύουσα της Βουλγαρίας Σόφια), κατοικήσας εις την οικίαν του ευλαβεστάτου Ιερέως της πόλεως εκείνης Πέτρου ονομαζομένου, εκεί δε διαμένων ο Μάρτυς μετεχειρίζετο πάσας τας αρετάς. Βλέπων ο Ιερεύς τον Γεώργιον, ότι τον υπήκουε προθύμως, εδίδασκεν εις αυτόν την θείαν Γραφήν όσον ηδύνατο. Ο δε νέος εβίαζεν εαυτόν να εκπληρώση και με το έργον τα διδασκόμενα, το οποίον και εγένετο. Επειδή δε κατά τον λόγον του Σωτήρος «Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη, ουδέ καίουσι λύχνον και τιθέασιν αυτόν υπό το μόδιον» (Ματθ. ε: 14-15), ούτε ο νέος ούτος ηδυνήθη να κρυφθή εις το ύστερον. Διότι βλέποντες αυτόν οι Οθωμανοί, τον εφθόνησαν δια τα πολλά αυτού προτερήματα και εφρόντιζον με όλην των την δύναμιν να τον φέρουν εις την γνώμην των. Εκλέξαντες λοιπόν διδάσκαλόν τινα ιδικόν των, εντελή εις την θρησκείαν των, τεχνίτην εις τους λόγους και εις κάθε απόκρισιν έτοιμον, τον στέλλουν εις αυτόν να συνομιλήση. Ούτος πηγαίνων τεχνηέντως, φέρει εις αυτόν ικανόν χρυσίον δια να του διορθώση εν χρυσόν στολίδιον, του υπεσχέθη δε να του δώση και μισθόν πολύν και φαγητά να του φέρη δια να τον σύρη εις την αγάπην του. Τοιουτοτρόπως λοιπόν ήρχισε με λόγους πανούργους να τον παγιδεύη λέγων· «Ω νεανίσκε, εάν ήθελες να αρνηθής την ιδικήν σου θρησκείαν, την θλιβεράν και απαράδεκτον από όλον τον κόσμον, και ήθελες να έλθης εις την ιδικήν μας αγαθήν θρησκείαν, ήθελες αποκτήσει μεγάλην δόξαν και τιμήν και ήθελες πάρει την θυγατέρα του πρώτου αγά ταύτης της πόλεως, να γίνης και κληρονόμος πλούτου πολλού. Εάν τούτο θέλη γίνει, ημείς θα σε έχωμεν πρώτον κατά πάντα εις την πόλιν μας και όλοι θα σε τιμώμεν και θα σε προσκυνώμεν δια την ωραιότητά σου· τοιαύτη ωραιότης δεν πρέπει να μένη εις αυτήν την πτωχικήν και δουλικήν κατάστασιν, αλλά πρέπει να σε παραστέκουν και να σε υπηρετούν δούλοι πολλοί και υπηρέται. Ταύτα ακούσας ο Γεώργιος του είπεν· «Σε ευχαριστώ, διότι φροντίζεις τόσον πολύ δι’ εμέ, όμως θέλω να μου ειπής την αλήθειαν εις ό,τι σε ερωτήσω, διότι είμαι βέβαιος, ότι γνωρίζεις καλά, ως ήκουσα περί σου, όλα τα της ιδικής σας θρησκείας· σε ερωτώ λοιπόν αυτή η δόξα και τιμή, την οποίαν είπες, άραγε μένει και αιώνιος ή τελειώνει»; Εκείνος δε του είπε· «Ναι, τελειώνει· όμως όσοι πολιτεύονται καλώς και φυλλάτουν την παράδοσιν του Μωάμεθ, πηγαίνουν απ’ εδώ εις τον Παράδεισον». Ο Γεώργιος του είπε· «Και ποία είναι η καλή πολιτεία την οποίαν πρέπει να έχη τις εδώ»; Εκείνος του είπε· «Πρώτον είναι η πίστις η καλή και δεύτερον η καθαρότης του σώματος». Ο Γεώργιος του είπε· «Καλά είπες, ότι η πίστις πρέπει να είναι καλή· ποία δε είναι η καθαρότης του σώματος»; Εκείνος του είπε· «Η καθαρότης είναι το να πλύνεσαι και να προσκυνής συχνάκις». Τότε ο Γεώργιος ηρώτησε και πάλιν τον διδάσκαλον των Οθωμανών λέγων· «Εάν ο άνθρωπος ζη με πορνείαν και κραιπάλην και μοιχείαν και πολυφαγίαν και μεταχειρίζεται κάθε είδους σαρκικήν ηδονήν, τον τοιούτον άραγε δέχεται ο Θεός εις τον Παράδεισον»; Αυτός δε και μη θέλων εμαρτύρησε την αλήθειαν, λέγων, ότι ο Θεός βέβαια δεν δέχεται τους τοιούτους, εάν δεν επιστρέψωσι με μεγάλην μετάνοιαν και όσοι αποθνήσκουν με παρόμοια έργα πηγαίνουν εις την κόλασιν. Τότε του λέγει ο Γεώργιος· «Ορθώς έκρινας· τώρα εγώ βλέπω, ότι όλοι οι βασιλείς και ηγεμόνες σας και κριταί και άρχοντες υποδουλώνονται εις παρόμοια ακάθαρτα έργα έως του τέλους της ζωής των και τοιουτοτρόπως αποθνήσκουν χωρίς μετάνοιαν· λοιπόν αυτοί, καθώς είπες, κολάζονται». Ο δε είπεν· «Ο Θεός συγχωρεί τας αμαρτίας με την ελεημοσύνην και βλέπεις ότι οι βασιλείς μας και οι άρχοντες κάμνουν τόσα τζαμία, γέφυρας και βρύσεις και διάφορα άλλα έργα δι’ ανάπαυσιν των ανθρώπων». Εξαφθείς τότε εις ζήλον πίστεως ο Γεώργιος είπεν· «Ο Προφήτης Σολομών γράφει δια Πνεύματος Αγίου, ότι «Θυσίαι ασεβών, βδέλυγμα Κυρίω» (Παροιμ. ιε: 8), διότι βλέπω απ’ αιώνος πολλούς βασιλείς και δυνάστας, οι οποίοι έκαμον πολλά καλά έργα, αλλά δια την απιστίαν των απωλέσθησαν και εξηλείφθησαν τα ονόματά των μη διασωθείσης ούτε καν της μνήμης αυτών, μάλιστα δε από το ιδικόν σας γένος όλοι εχάθησαν και δεν ευρίσκεται εις την πίστιν σας κανείς Άγιος, ούτε δίκαιος, καν βασιλεύς, καν εξουσιαστής, καν κριτής, καν διδάσκαλος, καν κάθε άλλος από τους απλουστέρους, αλλ’ όλοι από μιας εχάθησαν. Εις δε την ιδικήν μας την Αγίαν και αμώμητον πίστιν και βασιλείς και Αρχιερείς και Ιερείς και απλούς λαός, από τον καιρόν του Χριστού έως την σήμερον, ευρίσκονται Άγιοι και τα σώματα αυτών διαμένουσι σώα και αδιάφθορα και ιατρεύουσι διαφόρους ασθενείας εκείνων, οι οποίοι προστρέχουν εις αυτούς μετ’ ευλαβείας και πίστεως· και εάν δεν πιστεύης εις αυτά, έλα να σου δείξω τον κράλην Μιλουτίνον, όστις είναι εις ταύτην την πόλιν, πως ευρίσκεται σώος και φαίνεται ως να κοιμάται, ευωδιάζει δε ώσπερ κρίνον· και πίστευε ότι καθώς αυτός είναι Άγιος, διότι επίστευεν εις τον Χριστόν και έκαμνε τας εντολάς του, ομοίως και ημείς οι οποίοι πιστεύομεν εις τον Χριστόν, ως αυτός, Άγιοι είμεθα. Και λοιπόν πως συ με διδάσκεις να αρνηθώ τοιαύτην αληθή και Αγίαν Πίστιν, η οποία μας φέρει εις τον Θεόν και μας κάμνει κληρονόμους της Βασιλείας των ουρανών; Εγώ είμαι βέβαιος, ότι και συ όλα αυτά τα γνωρίζεις πολύ καλά, αλλ’ η πλάνη τούτου του κόσμου δεν σε αφήνει να προσέλθης εις την αλήθειαν, δια να σωθής». Ταύτα ακούσας εκείνος έμεινε κατησχυμμένος και μη έχων τι να αποκριθή, έκρυψε το δηλητήριον εις την καρδίαν του και επέστρεψεν εις τους ιδικούς του, διηγούμενος λεπτομερώς τα πάντα και έπειτα τους λέγει· «Αν αφήσωμεν αυτόν απείρακτον, θέλει περιπαίξει όλην την θρησκείαν μας». Με τούτους τους λόγους παρακινηθέντες εκείνοι εις έχθραν, επήγαν εις τον κριτήν και του διηγούνται όλα τα συμβάντα με τον Γεώργιον· έπειτα του λέγουν ακόμη και τούτο· «Όλην την θρησκείαν μας και τον νομοδότην μας περιέπαιξεν, ακόμη δε και τον βασιλέα μας και τους εξουσιαστάς και τους κριτάς μας όλους εις την κόλασιν παρέδωκε και εάν τον αφήσης εις την Χριστιανωσύνην, γνώριζε ότι η πίστις αυτού έχει να μεγαλυνθή και η ιδική μας έχει να γίνη παίγνιον». Οργισθείς από τους λόγους τούτους ο κριτής, στέλλει αμέσως τον ίδιον εκείνον, ο οποίος ωμίλησε με τον Γεώργιον, και του λέγει να υπάγη να του τον φέρη, με τρόπον όμως ώστε να μη εννοήση τι ο Γεώργιος. Μεταβάς λοιπόν εκείνος εχαιρέτησε τον Γεώργιον, λέγων· «Μάθε, Γεώργιε, ότι ο κριτής μας σε χρειάζεται πολύ, διότι του είπα ότι είσαι πολύ επιτήδειος εις την τέχνην και σε θέλει δια να του κατασκευάσης πολλά στολίδια του οίκου του, όθεν έχεις να αποκτήσης μεγάλην φιλίαν με αυτόν και να λάβης και όσον μισθόν θέλεις· ελθέ λοιπόν να υπάγωμεν εις αυτόν». Νομίζων ο Γεώργιος, ότι εκείνος του λέγει την αλήθειαν, διότι άκακος ανήρ πιστεύει πάντα λόγον, ηκολούθησεν  αυτόν και επήγαν αμφότεροι εις τον κριτήν· ο δε κριτής ιδών αυτόν εξεπλάγη δια την ωραιότητά του και καλέσας αυτόν πλησίον του του λέγει με ήσυχον και κατανυκτικήν φωνήν· «Ω νεανίσκε, έμαθον πως είσαι πολύ καλός τεχνίτης· ημπορείς να μου κάμης τα στολίδια, τα οποία χρειάζομαι, καθώς εγώ αγαπώ»; Εκείνος δε είπε· «Δος μου να τα κάμω και πιστεύω να σου αρέσουν». Ο δε κριτής είπε· «Ναι, επληροφορήθην ότι είσαι τεχνίτης εις αυτά, όμως ακόμη ένα λόγον έχω να σου είπω και εάν με ακούσης, έχει να γίνη μεγάλον καλόν εις σε· εάν όμως παρακούσης, έχεις να απολεσθής κακώς» Ο δε Γεώργιος είπε· «Τι θέλεις να κάμω»; Ο κριτής απεκρίθη· «Αρνήσου τον Χριστόν και πίστευσον εις την ιδικήν μας ορθήν πίστιν δια να απολαύσης και εδώ όλα τα αγαθά και εκεί να κληρονομήσης τον Παράδεισον». Τοιαύτα και άλλα πολλά του έλεγε, τα οποία ακούσας ο Γεώργιος είπε καθ’ εαυτόν· «Βλέπω, ότι ήλθον εδώ δια να αγωνισθώ δια την πίστιν μου και όχι δια την τέχνην μου· αλλά συ, Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, δος μοι λόγον γνώσεως προς απόκρισιν και δίδαξόν με κατά το θέλημά σου». Παρευθύς τότε εδόθη εις τον Άγιον άνωθεν λόγος σοφίας, καθώς υπόσχεται ο των Μαρτύρων αγωνοθέτης Κύριος εις το Ιερόν Ευαγγέλιον και λέγει προς τον κριτήν· «Αι ψυχαί των ιδικών σας και πρώτον αυτού του αρχηγού σας Μωάμεθ και όλων των άλλων του γένου σας μετά τον θάνατόν των που απέρχονται»; Ο δε κριτής είπεν· «Εις τον Παράδεισον». Λέγει ο Γεώργιος· «Ποίον σημείο ή θαύμα φέρεις εις μαρτυρίαν τούτου; Ή πιστεύεις εις κενούς λόγους»; Ο δε κριτής είπε· «Και τι άλλο σημείον θέλεις; Δεν είμεθα βασιλείς, δεν νικώμεν ισχυρά βασίλεια; Δεν λαμβάνομεν τας πόλεις και τας χώρας εκείνων; Όλοι οι βασιλείς και άρχοντες του κόσμου δεν μας προσκυνούν και μας δίδουν φόρους; Εάν λοιπόν δεν μας ηγάπα ο Θεός, δεν ήθελεν υψωθή τόσον το κράτος μας». Προς ταύτα απεκρίθη ο Γεώργιος· «Άνωθεν και εξ αρχής είναι, όσοι βασιλείς ισχυροί εβασίλευσαν και εκυρίευσαν την οικουμένην και απέκτησαν δόξαν και πλούτον πολύν, αλλά με το να μη επίστευον εις τον Κύριον ημών, δια τούτο όλοι απωλέσθησαν και αυτοί και η μνήμη των, η δε δόξα η επίγειος και η βασιλεία εις ουδέν τους ωφέλησε· μόνον δε οι Χριστιανοί, οι οποίοι πιστεύουν εις τον Χριστόν τον αληθινόν Θεόν, αυτοί όλοι και βασιλείς και άρχοντες εδικαιώθησαν και εγένοντο Άγιοι· ταύτα και συ καλώς γνωρίζεις, αλλά δεν σε αφήνει η βασιλική εξουσία να ομολογήσης την αλήθειαν». Ο κριτής είπεν· «Ο αρχηγός ημών Μωάμεθ ωμίλησε με τον Θεόν και από αυτόν έλαβε τον νόμον και μας τον παρέδωκε». Πλήρης τότε Χάριτος και Πνεύματος Αγίου ο Γεώργιος εδημηγόρησεν ενώπιον του κριτού και των προσδραμόντων Οθωμανών, λέγων· «Μη γένοιτο να ωμίλησε με τον Θεόν ο Μωάμεθ, διότι όταν ο Θεός κατέβη εις το όρος Σινά, το κάτωθεν του όρους ιστάμενον πλήθος των Εβραίων έτρεμον όλοι από τον φόβον βλέποντες αυτόν να καταβαίνη δια νεφελών και αστραπών. Τότε λοιπόν ο Μωϋσής, και μόνον αυτός, ωμίλησε με τον Θεόν. Πάλιν δε όταν κατέβη ο Υιός του Θεού και έγινεν άνθρωπος, οι βασιλείς των Περσών δι’ αστέρος ήλθον και τον επροσκύνησαν, εκείνος δε εις όλην του την ζωήν έκαμε διάφορα θαύματα έμπροσθεν πάντων· και πάλιν, όταν ανελήφθη εις τον ουρανόν, επάνω εις το όρος των Ελαιών, πλήθος ανθρώπων τον είδον ότι ανέβαινε δια νεφέλης. Τότε καταβάντες δύο Άγγελοι είπον εις τους ορώντας, ότι αυτός, τον οποίον βλέπετε τώρα τοιουτοτρόπως αναλαμβανόμενον, αυτός έχει να κατέβη πάλιν δια να κρίνη τον κόσμον και να αποδώση εις έκαστον κατά τα έργα του, εκείνοι δε οι οποίοι δεν πιστεύουν εις αυτά, όλοι χάνονται. Δια δε τον ιδικόν σας Μωάμεθ, τις είδεν, ή τις ήκουσέ ποτε, ότι ωμίλησε με τον Θεόν εις κανένα τόπον; Ή τι σημείον έκαμεν εις την ζωήν του; Εγώ γνωρίζω κάλιστα, ότι δεν έκαμε κανέν σημείον, αλλ’ αυτός μόνος του συνέγραψεν εύκολον θρησκείαν, η οποία αρέσκει εις το γήινον φρόνημα της σαρκός και ταύτην παρέδωκεν εις ανθρώπους αδαείς, οι οποίοι δεν είχον καμμίαν είδησιν εις τα δόγματα της αληθινής πίστεως και δια τούτο τον εδέχθησαν και ερριζώθη η θρησκεία του εις τας καρδίας των· όθεν καθώς εκείνος δεν είναι Άγιος, διότι κανέν θαύμα δεν έκαμεν, ομοίως και όλοι, όσοι ακολουθούν αυτόν, δεν είναι δυνατόν να γίνουν Άγιοι». Ταύτα ακούσαντες το πλήθος των Αγαρηνών εφώναζαν όλοι εις τον κριτήν· «Πάρε αυτόν από του μέσου ημών, διότι ιδού ότι εις τέλος περιέπαιξεν ημάς». Τότε ο κριτής επρόσταξε να βάλουν τον Άγιον εις την φυλακήν. Όθεν δέσαντες ακείνοι όπισθεν τας χείρας του και άλλοι μεν κτυπώντες αυτόν, άλλοι δε λακτίζοντες και έτεροι πτύοντες, τον έβαλον εις την φυλακήν· προφθάνει δε αυτόν εις την οδόν ο Ιερεύς Πέτρος, δια τον οποίον προείπομεν εις την αρχήν, και λέγει εις εκείνους οι οποίοι επήγαινον· «Δώσετε αυτόν εις εμέ και εγώ γίνομαι εγγυητής δι’ αυτόν, όταν δε τον θελήσετε πάλιν σας τον δίδω». Αυτοί δε του είπον οργιζόμενοι· «Αυτός πλέον δεν βγαίνει από τας χείρας μας, αλλ’ εάν τον αγαπάς και θέλης την ζωήν του, νουθέτησέ τον να έλθη εις την πίστιν μας, διότι, εάν δεν έλθη, έχει να χάση βεβαιότατα την ζωήν του». Ο δε Ιερεύς τους απεκρίθη· «Επειδή ούτως απεφασίσατε, προστάξατε καν να με αφήνουν να έρχωμαι εις αυτόν και εγώ θέλω τον συμβουλεύσει να κάμη το καλλίτερον του». Αυτοί δε είπον· «Κανείς από τούτο δεν σε εμποδίζει». Κατόπιν τούτου επήγεν ο ευλογημένος Ιερεύς εις τον δεσμοφύλακα και τον παρεκάλει να εκβάλη τον Γεώργιον από την φυλακήν δια να ομιλήσουν καταμόνας εις την κατοικίαν του δεσμοφύλακος. Επειδή δε ο φύλαξ ηγάπα κατά πολλά τον Ιερέα, έκαμεν ευθύς κατά το θέλημά του και τον έφερεν εις την κατοικίαν του. Τότε ο Ιερεύς ήρχισε να ασπάζηται τον Άγιον, λέγων· «Χαίροις, τιμία κεφαλή Γεώργιε· συ σήμερον εδόξασες τον Χριστόν, καθώς ποτε ο Πρωτομάρτυς Στέφανος και ο νέος Στέφανος εις τον καιρόν των Εικονομάχων και άλλοι πολλοί Άγιοι, διότι παρόμοιον έργον και συ εποίησας· αλλ’ ανδρίζου και στηρίζου· και μετά την ομολογίαν αυτήν πρέπει και να αθλήσης, καθώς και οι άλλοι Μάρτυρες πρώτον ωμολόγησαν, έπειτα εμαρτύρησαν· όθεν και εις όλην την οικουμένην δοξάζονται· εάν δε αυτοί λαμβάνουν από ημάς τους ανθρώπους τοιαύτην και τοσαύτην δόξαν, καίτοι δεν ηγωνίσθησαν δι’ ημάς, άραγε πόσας δόξας και τιμάς θέλουν λάβει εις την Δευτέραν Παρουσίαν από τον Χριστόν, δια την αγάπην του οποίου ηγωνίσθησαν και έχυσαν τα αίματά των; Διότι αυτός ο αψευδής υπόσχεται, ότι όποιος τον ομολογήση έμπροσθεν εις τους ανθρώπους, θέλει τον ομολογήσει και αυτός έμπροσθεν του ουρανίου Πατρός του. Αλλά και όστις αγωνισθή μέχρις αίματος δια τον επίγειον βασιλέα, λαμβάνει από αυτόν τιμάς και δωρήματα· άραγε τι είδους τιμάς και δώρα θέλουν λάβει εκείνοι οι οποίοι αγωνίζονται δια τον επουράνιον Βασιλέα; Βέβαια τοιαύτην δόξαν και τοσαύτα αγαθά θέλουν λάβει, κατά τον θείον Παύλον, τα οποία νους ανθρώπου δεν ημπορεί να εννοήση ποτέ». Ο δε Μάρτυς είπε· «Πιστεύω, ότι ταύτα πάντα είναι καθώς τα λέγεις, όμως πολλά φοβούμαι το πυρ και δεν ελπίζω ότι ημπορώ να το υποφέρω». Τότε ο Ιερεύς Πέτρος, ίνα ενισχύση τον Άγιον, λέγει προς αυτόν· «Τι φοβείσαι το πυρ, το οποίον ημίσειαν ώραν έχει να σε πονέση και έπειτα να σε κατατάξη εις τους χορούς των Αγίων; Εάν όμως δεν υπομείνης εις την ημίσειαν ώραν, έχεις να καίεσαι αιωνίως εις την γέενναν του πυρός· δεν πιστεύεις τον διδάσκαλόν μας Παύλον όστις λέγει, «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού· θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα»; (Ρωμ. η: 35). Κανέν πράγμα δεν δύναται να χωρίση ημάς από την αγάπην του Χριστού, διότι καθώς ο αυτός Απόστολος Παύλος λέγει· «Ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς» (Ρωμ. η: 18). Διατί λοιπόν δεν χαίρεσαι, ότι έχεις να αλλάξης τα φθαρτά με τα άφθαρτα και τα επίγεια με τα επουράνια; Τα προσωρινά έτη της ζωής με τα αιώνια και ατελεύτητα; Όθεν, τέκνον μου, ετοιμάσου εναντίον του στρατεύματος του διαβόλου και πιστεύω εις τον Θεόν, ότι αυτός θέλει σε στηρίξει, επειδή συ δεν επήγες μόνος εις τούτον τον αγώνα, αλλ’ ο Θεός σε προσκάλεσε, δια να τον δοξάσης εις ταύτας τας εσχάτας ημέρας και αυτός θέλει είναι μετά σου εις το Μαρτύριον, καθώς ήτο και με τον Μεγαλομάρτυρά του Γεώργιον· μόνον μη ατονίσης, αλλ’ υπόμεινον ολίγον». Ταύτα μετά προθυμίας και συνέσεως ακούσας ο καλοπροαίρετος Γεώργιος λέγει προς τον Ιερέα· «Αληθώς είπες κατά πάντα, αλλ’ εν μικρόν ζήτημα θέλω από σου· παρακαλώ να φροντίσης όσον ημπορέσης να με εξαγοράσης, δια να ζήσω ακόμη και να κάμω κανέν καλόν έμπροσθεν του Θεού, επειδή έως του νυν είμαι έρημος πάσης αρετής· εάν όμως δεν δυνηθής, ας γίνη το θέλημα του Θεού· και εγώ μεν σπεύδω να τελειώσω όσα μου είπες, αλλά και συ παρακάλεσον θερμώς τον Θεόν, να μη με υστερήση από την βοήθειάν του, διότι αυτός είπεν· «Ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. ιε: 5). Ο δε Ιερεύς λέγει προς αυτόν· «Επ’ αληθείας εξ όλης μου ψυχής θέλω φροντίσει δια την σωτηρίαν σου και δεν θέλω λυπηθή τίποτε από τα υπάρχοντά μου, μόνον αν δυνηθώ». Τοιαύτα και άλλα πολλά ενουθέτησε τον Άγιον από την θείαν Γραφήν ο ζηλωτής εκείνος και όντως Ιερεύς του Θεού του Υψίστου· ο δε Μάρτυς εδέχετο πάντα ταύτα μετά χαράς εις την καρδίαν αυτού κατά το σολομώντειον εκείνο ρητόν· «Γνώριζε δικαίω και προσθήσει του δέχεσθαι» (Παρ. θ: 9). Ασπασάμενος δε εν τέλει αυτόν είπεν· «Ειρήνη σοι, Γεώργιε τέκνον μου, ο Κύριος έσται μετά σου ενισχύων σε και περιφυλάττων σε από παντός εναντίου συναντήματος». Ταύτα ειπών ο Ιερεύς ανεχώρησεν, ο δε μακάριος Γεώργιος, προσκυνήσας αυτόν, επέστρεψεν εις την φυλακήν. Την επομένην ημέραν συνήχθη πλήθος πολύ από τους γραμματισμένους Τούρκους και φέρουν τον Μάρτυρα εκ της φυλακής· τόσας δε κολακείας και υποσχέσεις του έκαμαν και τόσας απειλάς, ώστε δεν είναι δυνατόν να τας περιγράψωμεν· όμως, με όλα ταύτα, δεν ηδυνήθησαν να φέρουν τον Άγιον εις τον σκοπόν των κατ’ ουδένα τρόπον· όθεν πάλιν τον εφυλάκισαν, βάλλοντές του αλύσεις βαρείας εις τους πόδας και τας χείρας, ο δε Άγιος ευχαριστών τον Θεόν τα υπέμεινεν όλα μετά χαράς. Απελθών δε ο Ιερεύς εις τον κριτήν, τον παρεκάλει θερμώς και του υπέσχετο να του δώση δώρα πολλά, δια να ελευθερώση εκ των δεσμών τον Άγιον. Υπεσχέθη τότε ο κριτής, ότι θέλει φροντίσει να τον ελευθερώση. Μετά δε οκτώ ημέρας φέρουν τον Μάρτυρα πάλιν εις το κριτήριον δέσμιον και συνάγονται όλοι οι υπηρέται του Μωάμεθ, ο δε κριτής ήρχισε πάλιν να τον κολακεύη λέγων· «Ω νεανίσκε, διατί παραδίδεις τον εαυτόν σου εις τοιαύτην ατιμίαν και εμπαιγμόν; Βλέπεις πως όλοι σε περιπαίζουν και όλοι οι φίλοι λυπούνται δια σε; Αλλ’ άκουσόν μου και κάμε το θέλημά μου». Είχε δε ο κριτής υιόν, τον οποίον προσκαλέσας είπεν προς τον Άγιον· «Ιδού, Γεώργιε, από τώρα και εις το εξής ούτος ο υιός μου θέλει γίνει αδελφός σου και εγώ θέλω σας έχει και τους δύο τέκνα μου, θα διαμένης δε και συ πάντοτε εις τον οίκον μου· ως βλέπεις, εγώ εγήρασα και μετά τον θάνατόν μου δεύτερος κληρονόμος θέλεις γίνει εις όλον μου τον πλούτον και τα υπάρχοντά μου και ταύτα τα οποία σου είπα, σου τα δίδω εγγράφως και έμπροσθεν πάντων. Πίστευσόν μοι, ότι σου λέγω την αλήθειαν και όσα σου είπον με λόγον τώρα, τα κάμνω με το έργον· και ιδού, βλέπεις τούτους όπου είναι εδώ συνηγμένοι; Όλοι έχουν να σε προσκυνήσουν και να γίνουν ως δούλοι σου». Ταύτα τα λόγια ως ήκουσεν εκείνο το συνηγμένον πλήθος των Τούρκων, επήνεσαν με μεγάλας φωνάς τον κριτήν των. Παρίστατο δε εκεί πλησίον του Μάρτυρος και ο Ιερεύς Πέτρος, ο συγγραφεύς του Βίου τούτου, βλέπων δε τον Άγιον προσηύχετο νοερώς προς τον Θεόν, να μη τον αφήση και γίνη παίγνιον του εχθρού. Ο δε Μάρτυς απεκρίθη εις τον κριτήν· «Επειδή φροντίζεις τα καλά δι’ εμέ και τόσον πολύ με αγαπάς, άφες να είμαι Χριστιανός και με τους Χριστιανούς να πολιτεύωμαι· εάν όμως δεν θέλης να με αφήσης, γνώριζε, ότι από την πίστιν και την αγάπην του Χριστού μου δεν είναι δυνατόν να με χωρίση κανέν πράγμα, ούτε πλούτος επίγειος, ούτε δόξα πρόσκαιρος, ούτε πυρ, ούτε ξίφος, ούτε καμμία άλλη βάσανος, ούτε όσα κακά και αν μου κάμης, διότι ελπίζω βεβαίως εις τον Χριστόν μου, ότι αντί δι’ αυτά θέλω λάβει αγαθά εκατονταπλάσια εις την Βασιλείαν Του την ουράνιον. Και λοιπόν διατί βραδύνεις; Από τα εξής τρία ένα κάμε, ω δικαστά· ή ελευθέρωσόν με καθώς είμαι Χριστιανός, ή απόστειλόν με προς τον Χριστόν μου μίαν ώραν πρότερον, ή γίνετε και σεις Χριστιανοί, δια να ελευθερωθήτε από την αιώνιον κόλασιν». Ο δε κριτής είπε· «Μήπως εγώ σε βιάζω να αρνηθής τον Χριστόν και να μη τον αγαπάς και να τον τιμάς; Μη γένοιτο· διότι και εγώ πολύ τον αγαπώ και τον ομολογώ, ότι συνελήφθη εκ Πνεύματος Θεού και εκ της Παρθένου Μαρίας χωρίς άνδρα και ότι είναι Προφήτης αληθινός και ανελήφθην ζων εις τους ουρανούς, μέλλει δε πάλιν να καταβή δια να κρίνη τον κόσμον εις την εσχάτην ημέραν· και όστις δεν πιστεύει αυτά τα οποία είπον, ας έχη ανάθεμα· τι δε κακόν κάμνομεν ημείς, οι οποίοι τιμώμεν τον Μωάμεθ και τον νόμον αυτού φυλάττομεν και πιστεύομεν, ότι ο Θεός ενεχείρισεν εις αυτόν τας κλεις του Παραδείσου»; Άκρως διαβολική και επικίνδυνος υπήρξεν η παγίς αύτη του κριτού δια να συλλάβη εις τα εαυτού δίκτυα τον Μάρτυρα. Εκείνος όμως ο μακάριος, έχων ένοικον την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος, απεκρίθη χωρίς καμμίαν αμφιταλάντευσιν· «Ευχαριστώ τον Θεόν μου, ότι συ καλώς ομολογείς περί του Χριστού, ότι συνελήφθη εκ Πνεύματος Αγίου και εγεννήθη εκ της Παρθένου Μαρίας και ότι αυτός είναι κριτής ζώντων και νεκρών και θέλει αποδώσει εις έκαστον κατά τα έργα αυτού· ούτω πιστεύουν όλα τα έθνη από Ανατολών έως Δυσμών. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και προ της Γεννήσεώς Του όλοι οι Προφήται δι’ αυτόν επροφήτευσαν, δηλαδή ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού μέλλει να γεννηθή ως άνθρωπος και με τους ανθρώπους να συναναστραφή· να βαστάση τας ασθενείας ημών, να φθονηθή από τους απίστους Εβραίους, να σταυρωθή, να ταφή, να αναστηθή, να αναληφθή εις τους ουρανούς, να καθίση εκ δεξιών του Πατρός και να κρίνη κατά την εσχάτην ημέραν ζώντας και νεκρούς. Αυτός δε ο ίδιος ο Χριστός είπεν εις το Ιερόν Ευαγγέλιον, ότι όλος ο Νόμος και οι Προφήται, έως του Ιωάννου επροφήτευσαν, από τότε δε έως τέλους του αιώνος Προφήτης άλλος δεν γίνεται· όθεν ο Μωάμεθ Προφήτης δεν είναι, διότι είναι υστερώτερος από τον Χριστόν· αλλ’ αυτός μόνος του ωνόμασεν εαυτόν Προφήτην και κλειδούχον του Παραδείσου και έπλασεν, ότι ο Παράδεισος έχει τρυφάς σαρκικάς και πορνικάς μίξεις. Συνέθεσε δε και παρόμοιον βιβλίον, με εύκολον θρησκείαν, η οποία είναι αρεστή εις τους σαρκικούς· είπε δε ότι το βιβλίον αυτό του εδόθη από τον Θεόν όταν εκοιμάτο· μόνος δε αυτός μαρτυρεί δια τον εαυτόν του ταύτα. Αλλ’ ούτε οι Προφήται επροφήτευσαν δι’ αυτόν, καθώς επροφήτευσαν δια τον Χριστόν, ούτε αυτός ο ίδιος έκαμε κανέν θαύμα προς βεβαίωσιν των λόγων του, καθώς έκαμεν ο Χριστός πολλά· ούτε άλλος ουδείς τον είδε, ότι έλαβεν από τον Θεόν το βιβλίον εκείνο, καθώς είδε τον Μωϋσήν το πλήθος των Εβραίων. Και τι να λέγω τα πολλά; Εγώ αυτόν δεν τον έχω δια προφήτην και όσοι τον πιστεύετε είσθε μερίς αυτού, εγώ δε είμαι μερίς του Χριστού και εδώ και εις την μέλλουσαν ζωήν». Ταύτα ως ήκουσε το πλήθος εκείνο, εφώναζον με μεγάλας φωνάς και ώρμησαν εναντίον του τρίζοντες τους οδόντας, δια να τον κτυπήσουν, ήθελον δε και τελείως να τον φονεύσωσι κατ’ αυτήν ταύτην την ώραν εκείνην, αν δεν τους ημπόδιζεν ο κριτής με τους υπηρέτας του λέγων προς αυτούς· «Διατί ορμάτε τοιουτοτρόπως κατεπάνω του; Δεν είμαι εγώ εκείνος, όστις έχω από τον βασιλέα την εξουσίαν και όποιον καταδικάσω είναι καταδικασμένος και όποιον ελευθερώσω είναι ελεύθερος»; Εκείνοι δε εφώναζαν· «Καθώς σου εδόθη η κρίσις, τοιουτοτρόπως κρίνε και δικαίως, κατά τον νόμον μας, επειδή και ημείς όλον τον νόμον τον γνωρίζομεν, έστω και εάν δεν έχωμεν εξουσίαν από τον βασιλέα». Ο δε κριτής είπεν· «Επειδή γνωρίζετε τον νόμον, τι πρέπει να τον κάμωμεν»; Αυτοί δε απήντησαν. «Πρέπει να καυθή με πυρ, η δε στάκτη του να λιχνισθή εις τον αέρα». Ο δε κριτής είπεν· «Επειδή επαινεί την πίστην του και δεν δέχεται την ιδικήν μας, δια τούτο να τον καύσωμεν»; Αυτοί είπον· «Εάν τις βλασφημήση τον νομοδότην μας, ακόμη και τον βασιλέα μας και τους κριτάς μας και απλώς ειπείν όλους ημάς, είναι δίκαιον ο τοιούτος να παραμένη πλέον εις την ζωήν»; Εδοκίμασε τότε ο κριτής να ειρηνεύση το μαινόμενον εκείνο πλήθος των Αγαρηνών και είπε προς αυτούς· «Δεν ήκουσα εγώ από το στόμα του τους λόγους, τους οποίους λέγετε σεις κατ’ αυτού». Αλλ’ οι Αγαρηνοί, εξαγριωθέντες έτι περισσότερον, εκραύγαζον· «Όχι μόνον αυτούς, τους οποίους είπομεν, αλλά και όλον τον νόμον μας και το προσκύνημά μας και το πλύσιμόν μας εξουθένωσε και περιέπαιξεν». Ηρώτησε τότε ο κριτής τον Μάρτυρα· «Ούτως έχουν, ω Γρηγόριε, αυτά τα οποία μαρτυρούν ούτοι κατά σου»; Και αυτός απεκρίθη· «Μη γένοιτο να εβλασφήμησα εγώ το πλάσμα του Θεού, τον άνθρωπον, αλλά μόνον τα έργα και τους λόγους των αμαρτωλών δεν δέχομαι· την δε αλήθειαν περί του Χριστού κηρύττω και είμαι έτοιμος να αποθάνω δι’ αυτόν». Τότε ο κριτής είπε προς αυτούς· «Βλασφημία είναι αυτό το οποίον ηκούσατε»; Εκείνοι δε είπον· «Αυτό δεν είναι βλασφημία, αλλά πριν να τον φέρωμεν εις σε, είπε τους βλασφήμους εκείνους λόγους· και εάν αυτόν απολύσης, είσαι και συ παραβάτης της πίστεώς μας και του νόμου μας και ημείς θέλομεν κάμει αναφοράν δια σε εις τον βασιλέα». Ιδών τότε ο κριτής, ότι δεν κατορθώνει τίποτε, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται, είπεν· «Αποκρίσου, Γεώργιε, εις όσα αυτοί μαρτυρούν κατά σου». Ο δε Γεώργιος είπε προς αυτόν· «Εκείνα τα οποία είπον, είπον και δόλον δεν ευρίσκεις εις τα χείλη μου». Είπεν ο κριτής· «Εγώ κάλλιον πιστεύω εις τόσον πλήθος, παρά εις σε τον ένα· και επειδή δεν θέλεις να αρνηθής τον Χριστόν, είσαι άξιος θανάτου». Έπειτα στραφείς προς τον καταλαλούντα λαόν είπεν· «Η αμαρτία αυτού να είναι εις τας ψυχάς σας και ως θέλετε κάμετε με αυτόν». Ευθύς τότε ώρμησαν εκείνοι κατεπάνω του δια να ξεσχίσουν το πρόβατον του Χριστού· και άλλοι μεν τον ερράπιζον, άλλοι τον έπτυον και άλλοι τον έσυρον εδώ και εκεί, είτα του έδεσαν τας χείρας όπισθεν, του έβαλον άλυσιν εις τον λαιμόν και τον έσυραν εις την αγοράν, ο δε κήρυξ αυτών εφώναζε μεγάλη τη φωνή· «Όσοι φυλάττετε την πίστιν μας, ελάτε όλοι και φέρετε ξύλα να καύσωμεν αυτόν, διότι εβλασφήμησε τον νόμον μας και δεν ηθέλησε να αρνηθή τον Χριστόν». Συνήχθη λοιπόν πλήθος αναρίθμητον Αγαρηνών, άλλοι δε εξ αυτών τον απειλούσαν και άλλοι του υπέσχοντο δώρα πολλά· αλλ’ ο Μάρτυς  ίστατο στερεός εις την πίστιν του Χριστού και τους απεκρίνετο εις όλα καθώς έπρεπε· τότε τον έφεραν πλησίον της Εκκλησίας της Αγίας Σοφίας και πλησιάσας εις αυτόν ο προρρηθείς Ιερεύς Πέτρος του είπεν· «Υπόμεινον ολίγον σήμερον, ω Γεώργιε, δια να χορεύης αιωνίως με τον Χριστόν». Ο δε Μάρτυς του λέγει· «Παρακάλεσον, Πάτερ, τον Θεόν δι’ εμέ, ίνα με στερεώση». Ταύτα ακούοντες εκείνοι οι οποίοι τον επήγαιναν, εδίωξαν τον Ιερέα να μη πηγαίνη πλέον πλησίον του· ο δε Ιερεύς είχεν ένα εξ αυτών φίλον, όστις είχε μεγάλην αγάπην εις τον Χριστόν, αλλά δια τον φόβον δεν το ωμολόγει παρρησία, όσα όμως του έλεγεν ο Ιερεύς τα εδέχετο μετά χαράς. Εις αυτόν λοιπόν είπεν ο Ιερεύς Πέτρος να ίσταται πλησίον του, να ακούη όσα λέγουν οι Αγαρηνοί εις τον Μάρτυρα και όσα αποκρίνεται προς αυτούς ο Μάρτυς· ο δε Ιερεύς απελθών εσύναξε τους παρευρισκομένους εκεί Ιερείς και Χριστιανούς και είπε προς αυτούς· «Αδελφοί, δεήθητε του Θεού να στηρίξη τον αδελφόν μας εις τούτον τον αγώνα». Όλοι τότε ήρχισαν μετά δακρύων να παρακαλούν τον Θεόν, λέγοντες· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο ποιήσας σημεία και τέρατα μετά των Αγίων Μαρτύρων σου, συ και νυν ο αυτός είσαι· στερέωσον λοιπόν τον Μάρτυρά σου να Σε ομολογήση έως τέλους εις τας εσχάτας ημέρας ταύτας και ποίησον μετ’ αυτού σημείον εις αγαθόν, ίνα οι ιδόντες και ακούοντες περί αυτού δοξάσωσι το Πανάγιον όνομά Σου, ότι ευλογητόν ει εις τους αιώνας, αμήν». Οι δε Αγαρηνοί συνάξαντες ξύλα πολλά και ποιήσαντες στιβάδα μεγάλην, ήρχισαν πάλιν να τον κολακεύουν και να του υπόσχωνται δώρα πολλά· ο δε Άγιος είπε προς αυτούς· «Εγώ σας είπα και μίαν και δύο και πολλάκις, ότι την πίστιν μου ποτέ δεν την αρνούμαι, εάν και χίλια κολαστήρια κάμετε εις εμέ». Τότε εκείνοι, ως ήκουσαν και τους λόγους τούτους από το στόμα του Μάρτυρος, επρόσταξαν να φέρουν σύντομα πυρ και ούτως έτρεξαν πολλοί εις τους οίκους και άλλος έφερε δαυλόν, άλλος άνθρακας ανημμένους και μεταξύ των συνηγωνίζοντο ποίος να ανάψη πρώτος την πυράν, νομίζοντες, οι ασύνετοι, ότι προσφέρουν μεγάλην λατρείαν εις τον Θεόν· και ούτως ήναψαν την στιβάδα και γυμνώσαντες τον Μάρτυρα, τον αφήκαν μόνον με το υποκάμισον και τον έσπρωξαν εις την πυράν και πάλιν τον έσυραν έξω· και είπον· «Ω ταλαίπωρε, διατί δωρεάν χάνεις την ζωήν σου; Ιδέ πως ημείς θέλομεν το καλόν σου και όχι καθώς έλαβες κακήν συμβουλήν από εκείνον τον παπάν τον φιλάργυρον· δεν ηξεύρεις ότι αυτός θέλει τον θάνατόν σου δια να κληρονομήση ό,τι και αν έχης συγχρόνως δε να επαινεθή εις τους φίλους του; Αλλ’ ημείς φοβούμεθα τον Θεόν και δεν θέλομεν ν’ αποθάνης κακώς εις την πυράν και να διαλυθής ως το κηρίον, αλλ’ άκουσόν μας και αρνήσου σήμερον τον Χριστόν, κάμε το θέλημά μας και θα σου δώσωμεν όλα τα δώρα, τα οποία σου υπεσχέθημεν, και έπειτα, αν σου αρέση να είσαι με ημάς, μείνε μαζί μας κατά τον νόμον μας· ειδέ μη, η γη του βασιλέως μας είναι εκτεταμένη, ομοίως και των άλλων βασιλέων και όπου θέλεις ύπαγε και κάμε το θέλημά σου· αλλά τώρα λυπήσου την νεότητά σου και μη χάνης τον εαυτόν σου ούτως άγνωστα». Ο γενναίος όμως Μάρτυς του Χριστού, μηδόλως εκ τούτων πτοούμενος, είπε προς αυτούς· «Γνωρίζετε ότι ο Χριστός έχει να κρίνη κατά την εσχάτην ημέραν όλους τους από Αδάμ γεγενημένους και να χωρίση τους δικαίους από τους αμαρτωλούς, αποστέλλων τους αμαρτωλούς εις την αιώνιον κόλασιν, δια να κολάζωνται αιωνίως, δια παραμικράν ηδονήν του κόσμου τούτου την οποίαν απήλαυσαν· τους δε δικαίους να βάλη εις την Βασιλείαν των ουρανών δια να χαίρωνται αιωνίως δια παραμικράν στενοχωρίαν, την οποίαν εδοκίμασαν εις τον κόσμον τούτον. Ομοίως και όσους εμαρτύρησαν δια την αγάπην του, έβαλεν όλους εις την Βασιλείαν Του. Λοιπόν διατί με πειράζετε, ως αμαθή και ιδιώτην; Ο Χριστός μου είπεν, ότι «Πας ουν όστις ομολογήση εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς· όστις δ’ αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. ι: 32-33). Δια τούτο κανέν πράγμα δεν ημπορεί να με χωρίση από την αγάπην του Χριστού μου, ούτε αυτό το πυρ μέλλει να με καύση, καθώς λέγετε σεις, αλλά θέλει με μεταφέρει από τούτον τον κόσμον εις τον άλλον. Το δε αιώνιον πυρ έχει να καύση όλους τους απίστους καθώς σας είπα». Εκείνοι δε πάλιν είπον· «Να γνωρίζης, ότι το πυρ τούτο δεν πρόκειται να σε μεταφέρη συντόμως από ταύτην την ζωήν, αλλά έχεις να πάθης πολλά έως ότου να μεταφερθής». Ήρχισαν τότε να τον σπρώχνουν προς το πυρ, τόσον ώστε όλον το σώμα του έκαμε φουσκαλίδας· έπειτα πάλιν τον έσυραν έξω και είπον προς αυτόν· «Δεν αισθάνεσαι, Γεώργιε, αυτό το πυρ»; Ο δε Άγιος είπε· «Ναι, δεν το αισθάνομαι, επειδή ο ποιητής του πυρός το μεταλλάσσει εις δρόσον, σας δε τους ταλαιπώρους και αυτό το πυρ και το μελλοντικόν δύναται να κατακαύση· αλλ’ εγώ, Χάριτι Χριστού, ούτε αυτό το πυρ φοβούμαι ούτε το μελλοντικόν». Ταύτα εκείνοι ακούσαντες, ευθύς τον έσπρωξαν πάλιν εις το πυρ και ούτω πλέον έπεσεν ύπτιος (ανάσκελα) επάνω εις αυτό έχων το πρόσωπον κατ’ ανατολάς. Όταν δε εκάησαν τα δεσμά των χειρών του, ύψωσε την δεξιάν του χείρα, έκαμε τον σταυρόν του και εβόησε μεγάλη τη φωνή· «Κύριε Ιησού Χριστέ, εις χείρας σου παραδίδω το πνεύμα μου». Τότε λαμβάνων εις εξ αυτών ένα ξύλον μεγάλον, εκτύπησε τον Μάρτυρα εις την κεφαλήν και ευθύς παρέδωκε το πνεύμα του· εν τω άμα δε εφάνη νέφος, το οποίον ήλθεν άνωθεν της πυράς και έβρεξε δρόσον πολλήν, τόσον ώστε εθαύμασαν όλοι εκείνοι οίτινες ήσαν συνηγμένοι εκεί. Ταύτα ιδόντες οι Χριστιανοί εδόξαζον τον Θεόν, οι δε Αγαρηνοί έμειναν κατησχυμμένοι, αλλά και πολλοί εξ αυτών εδάκρυσαν. Τότε οι Χριστιανοί λαβόντες μεγάλην τόλμην επήγαν εις τον εξουσιαστήν και του είπον· «Ιδού ο Γεώργιος, Χριστιανός ων, απέθανε δια τον Χριστόν· δώσατέ μας λοιπόν το σώμα του να το θάψωμεν». Οι δε Αγαρηνοί εφώναξαν· «Μη ελπίζετε να πάρετε κανέν μέρος από το σώμα του, διότι θέλομεν καύσει αυτόν εξ ολοκλήρου, την δε στάκτην του θα σκορπίσωμεν εις τον αέρα». Τότε επήγαν οι Χριστιανοί εις τον κριτήν και εζήτησαν το σώμα του Μάρτυρος. Ο δε κριτής είπεν εις τον Ιερέα εκείνον· «Γνωρίζω ότι συ έγινες αιτία του θανάτου του και συ να δώσης απολογίαν εις τον Θεόν». Ο δε Ιερεύς είπεν· «Εάν του έκαμα κανέν κακόν, ας γίνη ως είπες· εγώ τον συνεβούλευσα δια το καλόν του και ο Θεός έκαμε με αυτόν καθώς ήθελε και σήμερον δια την πίστιν μας απέθανε, πρέπει λοιπόν να τον θάψωμεν ημείς και όχι σεις». Ο δε κριτής είπεν· «Υπάγετε, θάψετέ τον, αλλά φροντίσατε να πείσετε με δώρα εκείνους, οι οποίοι είναι εκεί, να μη σας εμποδίσωσιν». Ο δε Ιερεύς μετά των λοιπών Χριστιανών επήγαν εις τον τόπον του Μαρτυρίου φέροντες και δώρα προς τους τυράννους και παρεκάλουν αυτούς, αλλ’ εκείνοι, αντί να καταπραϋνθούν, ηγριώθησαν περισσότερον· όμως επειδή το σώμα του Μάρτυρος δεν εκαίετο, εσύναξαν και άλλα πολλά ξύλα και ηύξησαν το πυρ δια να ημπορέσουν να το καύσουν· βλέποντες δε ότι δεν εκαίετο, επήραν σώματα νεκρών ζώων πολλά και τα έρριψαν μέσα εις την πυράν δια να μη γνωρίζεται ποίον είναι το σώμα του Μάρτυρος· αλλ’ εκείνα όλα εκαίοντο, το δε μαρτυρικόν λείψανον έμενε σώον και ακέραιον, τόσον ώστε εθαύμαζον και δεν εγνώριζον τι να κάμουν· όθεν, από φθόνον κινούμενοι, είπον· «Ο παπάς ούτος αναμένει να πάρη το σώμα του να το δοξάση ως άγιον, αλλ’ ημείς ας το καίωμεν ως αύριον και αν δεν καή, το ρίπτομεν εις λάκκον γεμάτον από βόρβορον». Ταύτα μαθών ο Ιερεύς τα είπε και εις τους άλλους Χριστιανούς, εις δε εξ αυτών είπεν· «Υπάγετε σεις όλοι εις τας οικίας σας και εγώ ελπίζω εις τον Θεόν την νύκτα ταύτην να το πάρω και να το φέρω εις τον οίκον του Ιερέως». Κατά δε την πρώτην φυλακήν της νυκτός ο Χριστιανός εκείνος, επιτηδείως ενεργήσας, επήρε το άγιον λείψανον και το επήγεν εις την κεντρικήν Εκκλησίαν. Το πρωϊ επήγεν ο Ιερεύς Πέτρος εις τον κριτήν και είπεν· «Γνώριζε, αυθέντα, ότι το πρωϊ κατά την τάξιν μας, επήγα εις την Εκκλησίαν και εύρον εις το μέσον του Ναού το λείψανον του Γεωργίου· τι προστάζεις να το κάμωμεν»; Ο δε κριτής ακούσας εθαύμασε και ωμολόγησε παρρησία εις όλους λέγων· «Αληθώς Άγιος είναι αυτός, διότι εκείνοι οι οποίοι το εφύλαττον μου είπον ότι έβαλαν ξύλα την νύκτα δια να το καύσουν και έγινεν άφαντον απ’ έμπροσθέν των· και λοιπόν ύπαγε και έχεις την άδειαν, να το θάψετε με τιμήν, καθώς γνωρίζετε». Λαβών λοιπόν την άδειαν ο Ιερεύς εσύναξεν όλον τον Κλήρον και τον λαόν και με ύμνους μαρτυρικούς και δοξολογίας ενεταφίασαν το ιερόν του Αγίου Νέου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου λείψανον εις τον Ναόν της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης, εις δόξαν Χριστού και του Μάρτυρος Αυτού Γεωργίου, ου ταις αγίαις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της Βασιλείας των ουρανών. Αμήν.


Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Θεόφιλος-- η σοφωτάτη Κασσιανή -- και η σεμνή Θεοδώρα

(1). Ο Θεόφιλος εβασίλευσε κατά τα έτη 829 – 842. Ότε δε ούτος επρόκειτο να έλθη εις γάμον κατά προτροπήν της μητρός του εστάλησαν εις τα ανάκτορα τα ωραιότερα κοράσια εξ όλης της αυτοκρατορίας, ίνα εξ αυτών εκλέξη ο Θεόφιλος την αρέσκουσαν εις αυτόν δια σύζυγον. Τούτου γενομένου μεταξύ των άλλων παρθένων ήτο και η περικαλλεστάτη και σοφή νεάνις Κασσιανή, εις την οποίαν πρώτον απέβλεψεν ο Θεόφιλος. Θέλων δε να δοκιμάση την ευφυϊαν εκάστης, λέγει προς την Κασσιανήν· «Εκ γυναικός ερρύη τα φαύλα», υπονοών την Εύαν. Τότε η σοφωτάτη Κασσιανή, σεμνώς ερυθριάσασα, απήντησε θαραλλέως· «Αλλά και εκ γυναικός πηγάζει τα κρείττω», υπονοήσασα την Θεοτόκον. Η τόλμη και η σοφία της Κασσιανής συνέστειλε τον Θεόφιλον, όστις απομακρυνθείς απ’ αυτής εξέλεξε την σεμνήν Θεοδώραν, εις ην και προσέφερε το μήλον, ως σύμβολον της εκλογής του. Ούτως η μεν Θεοδώρα έγινε βασίλισσα, η δε Κασσιανή εγκαταλείψασα την κοσμικήν ζωήν εγένετο Μοναχή. Εις την Κασσιανήν οφείλεται το δοξαστικόν της Μεγάλης Τετάρτης «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή». Λέγεται δε ότι όταν συνέθετε τούτο η Κασσιανή ήτο απόγευμα και ευρίσκετο εις κήπον. Όταν δε είχε φθάσει εις τους στίχους «αποσμήξω δε τούτους τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις», αντιληφθείσα την έλευσιν του Θεοφίλου έσπευσε να κρυβή. Ελθών δε ο Θεόφιλος και ιδών το ημιτελές ποίημα προσέθηκε την φράσιν: «Ων εν τω παραδείσω, Εύα το δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη». Επανελθούσα δε η Κασσιανή μετά την αναχώρησιν του Θεοφίλου και ιδούσα τους υπό του Θεοφίλου γραφέντας στίχους αφήκεν αυτούς ως είχον και συνεπλήρωσε το ποίημα. Και τούτο μεν άδεται εκ παραδόσεως ίσως διότι η φράσις αύτη εκ πρώτης όψεως φαίνεται έξωθεν παρεισφρήσασα, η δε ερμηνεία των στίχων τούτων έχει ως εξής· «καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας… ων (των οποίων ποδών Χριστού του Θεού) τον κρότον ακούσασα η Εύα κατά το δειλινόν εκείνο εν τω Παραδείσω καταληφθείσα υπό φόβου εκρύβη». 

Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΙΑ΄ (11η) Φεβρουαρίου, μνήμη της Αγίας ΘΕΟΔΩΡΑΣ της βασιλίσσης, της υπερασπισάσης την Ορθοδοξίαν.

Θεοδώρα η μακαρία βασίλισσα ήτο γυνή του βασιλέως Θεοφίλου του εικονομάχου, όστις απέθανεν εν έτει ωμβ΄ (842), όχι όμως κακόδοξος, καθώς ήτο ο σύζυγός της, αλλ’ Ορθόδοξος και ευσεβής. Ήτο δε η μακαρία Θεοδώρα θυγάτηρ επιφανούς ανδρός εκ Παφλαγονίας ονόματι Μαρίνου και μητρός Θεοκτίστης, ευφυεστάτη και ευσεβεστάτη από της παιδικής της ηλικίας, διο και πάντες την εσέβοντο και την εθαύμαζον δια τε την πνευματικήν αυτής καλλονήν, αλλά και δια την αρετήν και αγιότητα αυτής. Υπανδρευθείσα δε η Θεοδώρα τον Θεόφιλον, (1), καίτοι ούτος είχε πατρόθεν κληρονομήσει την κατά των αγίων Εικόνων λύσσαν, αύτη όμως μετά της μητρός της Θεοκτίστης και των τέκνων της, τα οποία απέκτησε μετά του Θεοφίλου, ήτοι του Μιχαήλ και πέντε θυγατέρων, έμενε πιστοτάτη εις την Αγίαν Ορθοδοξίαν έχουσα κεκρυμμένα εις κιβώτιον, εντός του δωματίου της, τον Τίμιον Σταυρόν και τας Εικόνας του Χριστού και της Θεοτόκου και τας ησπάζετο και τας προσεκύνει κατά μόνας κρυφίως την νύκτα, προσευχομένη έμπροσθεν αυτών και παρακαλούσα τον Θεόν, ίνα κάμη έλεος εις τους Ορθοδόξους. Δια την ευσέβειάν της ταύτην πολλάκις εκινδύνευσεν η γενναιόφρων Θεοδώρα από τον κακόφρονα σύζυγόν της βασιλέα Θεόφιλον, αλλά πάντοτε εσκέπετο υπό της Χάριτος του Θεού, όστις προγνωρίζων την αγαθήν αυτής προαίρεσιν και το γενναίον υπέρ της Ορθοδοξίας φρόνημα την προώριζεν, ίνα εν καιρώ αναστηλώση αύτη την Ορθοδοξίαν, επειδή δε ήτο, ως είπομεν, και ευφυεστάτη, κατώρθωσε δι’ ευστόχων απαντήσεων να εξέρχεται αβλαβής εκ των δυσκόλων περιστάσεων, όταν της συνέβαινε πειρασμός. Χαρακτηριστικαί της Χάριτος του Θεού, ήτις την εσκέπαζε, και της ευφυϊας, της οξύτητος του νοός και του εφευρετικού πνεύματος αυτής είναι αι απαντήσεις, τας οποίας έδωσεν εις τον Θεόφιλον εις δύο κρισίμους περιστάσεις, κατά τας οποίας την υπωπτεύθη ούτος, ότι προσκυνεί τας αγίας Εικόνας. Είναι δε αύται αι εξής: Ήτο εις τα ανάκτορα άνθρωπός τις νάνος, ηλίθιος, τραυλός, κακόμορφος και πάσχων τον νουν, ονόματι Δένδερις, τον οποίον είχεν ο βασιλεύς και οι περί αυτόν δι’ αντικείμενον γέλωτος και διασκεδάσεως. Ως τοιούτος δε είχε την ελευθερίαν να εισέρχεται πανταχού ανεμποδίστως και εις αυτούς ακόμη τους βασιλικούς θαλάμους. Έτυχε λοιπόν ποτε να εισέλθη εις τον θάλαμον της βασιλίσσης εις ώραν κατά την οποίαν η Θεοδώρα προσηύχετο και ησπάζετο τας αγίας Εικόνας. Ο δε κακόμορφος και ηλίθιος εκείνος εστάθη έμπροσθεν αυτής με ανοικτόν στόμα και την ηρώτησε· «Μάννα τι τα»; Αύτη δε η μακαρία αφελώς, δια να μη δώση καμμίαν υποψίαν, απεκρίθη· «Αυτά είναι τα καλά νινία μου». Έπειτα από αρκετήν ώραν εξελθών ο Δένδερις μετέβη προς τον βασιλέα, τον οποίον εύρε γευματίζοντα. Τότε τον ηρώτησεν ο βασιλεύς που ήτο και από πού έρχεται, ο δε Δένδερις απεκρίθη, ότι ήτο εις την Μάννα, όπως συνήθιζε να ονομάζη την βασίλισσαν. Τότε του λέγει ο πολυπράγμων Θεόφιλος· «Τι σου είπε και τι σου έδωσεν η Μάννα»; Απεκρίθη ο Δένδερις· «Έχει καλά νινία». Λέγει ο Θεόφιλος· «Και τι τα κάμνει»; Τότε ο Δένδερις, φέρων την χείρα εις το στόμα και ασπαζόμενος αυτήν, λέγει· «Να μα». Εξεμάνη τότε ο Θεόφιλος υποπτευθείς ότι η βασίλισσα προσκυνεί κρυφίως τας αγίας Εικόνας και ευθύς μεταβάς εις τον κοιτώνα της βασιλίσσης εξημμένος και κοχλάζων υπό θυμού λέγει προς αυτήν· «Δεν αισχύνεσαι, βασίλισσα συ και γυνή ανεπτυγμένη, ν’ απειθής εις τα βασιλικά θεσπίσματα και να καταδέχησαι να προσκυνής ως θεούς τα ξύλα και τα είδωλα και συ και η μήτηρ σου»; Ταύτα η μακαρία Θεοδώρα ακούσασα εταράχθη μεν προς ολίγον, αλλά καταστείλασα ευθύς την ταραχήν, υπεκρίθη αφελέστατα άγνοιαν και απαθέστατα αποταθείσα ερωτά· «Καλέ Αύγουστε, τι έχεις; Ουδέν γνωρίζω εξ όσων λέγεις· ειπέ μου, ποίος σου είπεν, ότι εγώ προσκυνώ τας Εικόνας»; Λέγει ο Θεόφιλος· «Ο Δένδερις». Τότε η Θεοδώρα μειδιάσασα και υποκριθείσα παντελή άγνοιαν απεκρίθη αφελώς· «Ω τον ηλίθιον και κακόμορφον ανδράριον, όταν ο Δένδερις ήλθεν, ω βασιλεύ, ήμην έμπροσθεν του καθρέπτου και εκτένιζον την κόμην μου. Ιδών δε αυτός το σώμα μου εις τον καθρέπτην, ηρώτησε· «Μάννα τι τα»; Εγώ δε είπον· «Είναι το νινίον μου». Καταστήλας τότε ο Θεόφιλος την αγανάκτησιν, απεκάλει μεμωρωμένον τον ηλίθιον Δένδεριν. Ούτω δια της αξιοθαυμάστου ταύτης απαντήσεως διέφυγε τον κίνδυνον. Άλλοτε πάλιν παραλαβούσα η Θεοδώρα τας θυγατέρας της Θέκλαν, Άνναν, Αναστασίαν, Πουλχερίαν και Μαρίαν, μετέβη μετ’ αυτών εις την μητέρα της Θεοκτίστην. Εκεί δε η ευλαβής γυνή εξαγαγούσα μικράς τινας Εικόνας, τας οποίας είχε κεκρυμμένας, έθετεν αυτάς επί τας κεφαλάς των κορασίων και επί του στόματος δια να τας ασπασθώσιν. Έλεγε δε ότι αυτά είναι τα καλά νινία, τα οποία πρέπει να αγαπώσι και να ασπάζωνται. Είπε δε εις τα μεγαλύτερα εξ αυτών να μη είπωσι τίποτε εις τον πατέρα αυτών. Ότε δε εκείνα επανήλθον εις τον πατέρα των και τα ηρώτησε, τι είπε και έδωκεν εις αυτά η μάμμη των, τα μεν τρία μεγαλύτερα εσιώπων, το δε προτελευταίον, η Πουλχερία, η οποία μόλις ήρχιζε να ψελλίζη, είπεν ότι τους έδειξε τα νινία. Θυμωθείς τότε ο Θεόφιλος απηγόρευσε να βλέπωσι συνεχώς τα μικρά την μάμμην των. Τοιουτοτρόπως και την φοράν αυτήν διεφύλαξεν η Χάρις του Θεού άτρωτον την Θεοδώραν. Υπό τοιαύτας συνθήκας έζησεν η Θεοδώρα επί δώδεκα έτη μετά του συζύγου της Θεοφίλου. Και επί τέλους ήλθε το πλήρωμα του χρόνου. Η οργή του Θεού κατέφθασε τον θεόργιστον Θεόφιλον και ησθένησε δεινώς εκ δυσεντερίας, τόσον ώστε εκινδύνευεν εις θάνατον. Τότε ήνοιξε το στόμα αυτού, και εστέκετο ανοικτόν τόσον πολύ, ώστε εφαίνοντο και αυτά τα σπλάγχνα του. Εις το ελεεινόν τούτο θέαμα πικρώς θλιβομένη η βασίλισσα Θεοδώρα, μόλις την ήρπασεν ολίγος ύπνος, βλέπει εν οράματι την άχραντον Θεοτόκον με το προαιώνιον Θείον Βρέφος εις τας αγκάλας της περικυκλωμένην από λαμπροφανείς Αγγέλους, συγχρόνως δε βλέπει και τον άνδρα της Θεόφιλον δερόμενον και ονειδιζόμενον υπ’ αυτών. Εξυπνήσασα η βασίλισσα είδεν, ότι ο Θεόφιλος ολίγον τι αναπνεύσας εξεβόησεν· «Αλλοίμονον εις εμέ τον άθλιον, ότι δια τας αγίας Εικόνας με δέρουσι». Τότε ανασύρασα η Θεοδώρα την Εικόνα της Θεοτόκου, την οποίαν είχε κεκρυμμένην, έβαλεν αυτήν επάνω του Θεοφίλου και παρεκάλει μετά δακρύων την Υπερένδοξον Δέσποιναν να συγχωρήση και να φωτίση τον Θεόφιλον. Εις τοιαύτην δε κατάστασιν εκείνος ευρισκόμενος, ιδών ένα από τους περιεστώτας, έχοντα ανηρτημένην εγκόλπιον Εικόνα, ήπλωσε την χείρα του και αρπάσας αυτήν την κατεφίλει, παρευθύς δε το στόμα εκείνο, το οποίον τοσούτον κατά των αγίων Εικόνων εμαίνετο και ο λάρυγξ, όστις τοσούτον είχεν ανοιχθή, έστρεψαν εις την φυσικήν των κατάστασιν και ανεκουφίσθη από την μεγίστην εκείνην παίδευσιν, η οποία τον κατετυράννει. Εκβαλούσα τότε η βασίλισσα τας σεπτάς και αγίας Εικόνας, τας οποίας είχε κεκλεισμένας μέσα εις τα ιδικά της κιβώτια, έπεισε τον Θεόφιλον να τας τιμά και να τας ασπάζεται με όλην του την ψυχήν· μετ’ ολίγον δε ετελείωσε ούτος και την ζωήν, ομολογών ότι πρέπει να τιμώμεν και να ασπαζώμεθα τας αγίας Εικόνας. Μετά τον θάνατον του Θεοφίλου ανεκηρύχθη βασιλεύς ο υιός του Μιχαήλ, τριετής μόλις την ηλικίαν, επετρόπευε δε αυτόν η μήτηρ του βασίλισσα Θεοδώρα. Παρευθύς τότε έστειλε προστάγματα πανταχού να απολυθούν άπαντες όσοι δια τας αγίας Εικόνας ευρίσκονται εις εξορίας και φυλακάς, και να έχουν πάσαν ελευθερίαν και άνεσιν. Συγχρόνως συνεκάλεσε Σύνοδον Ιεράν, ήτις κατεβίβασε μεν από τον Πατριαρχικόν θρόνον τον Εικονομάχον Ιωάννην Ζ΄ τον και Ιαννήν αποκαλούμενον, όστις μαντειάρχης και δαιμονάρχης μάλλον ήτο άξιος να ονομάζεται ή Πατριάρχης, ανεβίβασε δε τον υπεράξιον του Πατριαρχικού θρόνου Ομολογητήν του Χριστού Άγιον Μεθόδιον, όστις πολλά είχε πάθει πρότερον υπέρ των αγίων Εικόνων, υπέρ των οποίων και εις τάφον είχε κατακλεισθή ζων, ο του ουρανού άξιος οικιστής. Εν συνεχεία η Σύνοδος αύτη εκύρωσε μεν τας αποφάσεις της εν έτει ψπζ΄ (787) συγκροτηθείσης εν Νικαία το δεύτερον Αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, κατεδίκασε δε και ανεθεμάτισε τους Εικονομάχους και λοιπούς αιρετικούς. Αφού ταύτα απεφάσισεν η Σύνοδος, συνήχθησαν εις τον Ναόν της Αγίας Σοφίας άπαντες οι επιζώντες Άγιοι Πατέρες, Επίσκοποι, Ιερείς και Μοναχοί, οι οποίοι είχον κατά πολλά βασανισθή από τους Εικονομάχους, και όλος ο λαός με επικεφαλής την βασίλισσαν Θεοδώραν και τον υιόν της βασιλέα Μιχαήλ, λαβόντες εις τας χείρας των τας αγίας Εικόνας, μετά κηρών, θυμιαμάτων και λαμπάδων ετέλεσαν μετά πάσης λαμπρότητος και μεγαλοπρεπείας ιεράν λιτανείαν και αποκατέστησαν εις τους Ναούς τας αγίας Εικόνας, ήτο δε τότε η ιθ΄ (19η) Φεβρουαρίου του έτους ωμβ΄ (842), ημέρα Κυριακή, πρώτη των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Έκτοτε εθεσπίσθη όπως το ιερόν αυτό γεγονός εορτάζεται κατ’ έτος μετά πάσης λαμπρότητος κατά την πρώτην Κυριακήν των Νηστειών, η οποία και από του γεγονότος τούτου ωνομάσθη Κυριακή της Ορθοδοξίας. Ούτως επολιτεύθη εις εαυτήν και ούτως ωφέλησε την Εκκλησίαν η ευσεβεστάτη βασίλισσα Θεοδώρα, μισθόν λαβούσα παρά Κυρίου τον άφθαρτον της Ομολογίας στέφανον, όμως δια να λάβη μεγαλύτερον τον μισθόν και δια να καταισχυνθή έτι περισσότερον ο αντίδικος ημών διάβολος, παρεχώρησεν ο Θεός και εδοκιμάσθη και μετά ταύτα σκληρώς η περικλεής αύτη βασίλισσα. Διότι και ο υιός της Μιχαήλ και ο αδελφός της Βάρδας μεγάλως έθλιβον αυτήν καθ’ ημέραν, μάλιστα δε ο Βάρδας, όστις είχε τότε καταστή πανίσχυρος, και ο οποίος ήτο τόσον διεφθαρμένος και ραδιούργος, ώστε και αυτήν την προστάτιδά του και αδελφήν του βασίλισσαν ερραδιούργει, και τον ανήλικον βασιλέα ανεψιόν του ωδήγει εις την διαφθοράν δια να τον καταστήση υποχείριόν του. Διέβαλε δε εις αυτόν συχνά την μητέρα του, η οποία μεγάλως ηγωνίζετο να σωφρονίση αυτόν. Η επίδρασις του Βάρδα υπήρξε τοιαύτη, ώστε πριν έτι ενηλικιωθή καλώς ο Μιχαήλ, εν έτει ωνστ΄ (856) εξώρισεν από τα βασίλεια την μητέρα του βασίλισσαν Θεοδώραν και τας τέσσαρας αδελφάς του Θέκλαν, Άνναν, Αναστασίαν και Πουλχερίαν, τας οποίας, αφού κατά την προσταγήν του εκούρευσαν Μοναχάς, ενέκλεισεν εις την Μονήν των Γαστρίων, εις την οποίαν και παρέμειναν έγκλειστοι μέχρι του θανάτου των. Εκοιμήθη δε η μακαρία Θεοδώρα την ια΄ (11ην) Φεβρουαρίου του έτους ωξζ΄ (867). Τοιουτοτρόπως η αξιομακάριστος Θεοδώρα έπιε μέχρι τέλους το πικρόν ποτήριον, το οποίον της προσέφεραν ο υιός και ο αδελφός αυτής. Αλλ’ αυτή μεν αντημείφθη πλουσίως παρά Κυρίου και εδοξάσθη εν ουρανώ και επί γης, εκείνοι δε δεν ήργησαν να εύρουν αντάξιον της κακίας των θάνατον, διότι ο μεν Βάρδας εδολοφονήθη τελικώς, κατά προσταγήν του Μιχαήλ, εν έτει ωξστ΄ (866), ο δε Μιχαήλ εδολοφονήθη υπό Βασιλείου του Μακεδόνος εν έτει ωξζ΄ (867). Και εκείνων μεν τα λείψανα ατίμως υπό των φονέων διεπομπεύθησαν, της δε μακαρίας Θεοδώρας το αγιώτατον λείψανον εδόξασεν ο Θεός μετά θάνατον, διότι, ανακομιδής γενομένης, ευρέθη ακέραιον και αλώβητον, μυρίπνουν ευωδίαν αποπνέον και ιάματα βρύον. Το πολύτιμον τούτο κειμήλιον προς της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων μετεφέρθη ακέραιον εις Κέρκυραν, αποθησαυρίζει δε ήδη τούτο εις τους κόλπους αυτού ο εν Κερκύρα Μητροπολιτικός Ναός της Θεοτόκου Σπηλαιωτίσσης. Δια τας αρετάς της ταύτας η μεν μήτηρ ημών Αγία Εκκλησία ανεκήρυξε την Θεοδώραν Αγίαν, εορταζομένης της μνήμης της κατά την σήμερον ια΄ (11ην) Φεβρουαρίου· ημείς δε εκλιπαρούμεν την Αγίαν Αυτής μεγαλειότητα ή την μεγάλην Αυτής Αγιότητα, ίνα πρεσβεύη αενάως προς Κύριον υπέρ της Αγίας Ορθοδοξίας, την οποίαν υπερήσπισε και εκράτυνεν. Αυτής αγίαις πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ημών ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν. 

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

Βλάσιος ο ένδοξος Ιερομάρτυς του Χριστού

Τη ΙΑ΄ (11η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου άθλησις του Αγίου Ιερομάρτυρος ΒΛΑΣΙΟΥ Επισκόπου γενομένου Σεβαστείας και της εν Χριστώ συνοδείας αυτού.             

Βλάσιος ο ένδοξος Ιερομάρτυς του Χριστού ήκμασε κατά τους χρόνους Λικινίου του βασιλέως του κατά τα έτη τη΄ -  τκγ΄(308-323) βασιλεύσαντος, ήτο δε Επίσκοπος της εν Αρμενία Σεβαστείας. Αλλά και πριν να μαρτυρήση και πριν ακόμη γίνη ούτος Επίσκοπος του Χριστού είχε πολιτείαν θαυμαστήν και αξιέπαινον, διότι ήτο και αυτός ως ο μέγας Ιώβ, άκακος, άμεμπτος, αληθινός και θεοσεβής, απεχόμενος από παντός πονηρού πράγματος. Επειδή λοιπόν το καλόν και η αρετή επαινείται και από όλους τιμάται, εψήφισαν αυτόν Επίσκοπον της Σεβαστείας· εκείνος δε αγαπών την ησυχίαν και το να σχολάζη κατά μόνας εις τον Θεόν, επήγεν εις όρος τι, Άργαιον λεγόμενον, και εγκλεισθείς εις σπήλαιον εκεί ευρισκόμενον προσέφερεν εις τον Θεόν καθαράς και αθορύβους τας ευχάς και τοσούτον τον ηγάπων και ηυλαβούντο, όχι μόνον οι άνθρωποι, αλλά και αυτά τα θηρία δια την πολλήν του αρετήν, ώστε ήρχοντο προς αυτόν και δεν ήθελον να αναχωρήσωσιν, εάν δεν έβαλε την χείρα του επάνω εις αυτά να τα ευλογήση. Κατ’ εκείνον λοιπόν τον καιρόν έστειλεν ο ηγεμών Αγρικόλας κυνηγούς εις το όρος δια να κυνηγήσουν άγρια ζώα· ελθόντες δε ούτοι και εις το σπήλαιον και ιδόντες συνηθροισμένον τόσον πλήθος ζώων, εθαύμαζον και ηπόρουν και ελθόντες πλησιέστερον είδον και τον Άγιον εκεί προσευχόμενον· ταύτα ιδόντες εκείνοι επέστρεψαν ευθύς εις τον ηγεμόνα και του ανήγγειλαν το γεγονός. Ο δε ηγεμών έστειλε παρευθύς αυτούς ομού με άλλους στρατιώτας να συλλάβουν τον Άγιον και όσους άλλους Χριστιανούς εύρουν. Φθάσαντες δε οι απεσταλμένοι εύρον τον Άγιον πάλιν προσευχόμενον και του είπον· «Έξελθε, ο ηγεμών σε καλεί». Τούτους ιδών ο θείος Βλάσιος δεν εταράχθη, δεν εδειλίασεν, ούτε ελυπήθη καθόλου, αλλά εχάρη κατά πολλά και είπε προς αυτούς ηρέμως· «Ελάτε, τέκνα, ας υπάγωμεν μαζί, διότι σήμερον με ενεθυμήθη ο Θεός και μου εφανέρωσε ταύτην την νύκτα την έλευσίν σας». Ενώ λοιπόν εβάδιζον καθ’ οδόν, πολλοί Έλληνες βλέποντες την πραότητα του Αγίου επέστρεφον εις θεογνωσίαν, εβοήθουν δε προς τούτο και αι άγιαι αυτού ευχαί. Ιατρεύοντο δε και οι ασθενείς, όχι μόνον άνθρωποι, αλλά και ζώα διάφορα. Κατ’ αυτάς δε τας ημέρας συνέβη και το εξής: εις υιός μονογενής γυναικός τινος, ενώ έτρωγεν οψάριον, εκάθισεν εις τον λαιμόν του άκανθα και παρευθύς έμεινεν άφωνος· η δε μήτηρ του, τούτο ιδούσα, επληγώθη από την λύπην της περισσότερον από τον υιόν της και μαθούσα τα θαύματα του Αγίου, επήγε προς αυτόν και του έλεγε μεγαλοφώνως να την λυπηθή, διότι εντός ολίγου έμελλε να αποθάνη ο υιός της. Ο δε Άγιος ευσπλαγχνισθείς αυτήν προσηυχήθη λέγων· «Ο Θεός ο εισακούων τους εν αληθεία επικαλουμένους αυτόν, επάκουσόν μου και την εμπαγείσαν εις τον παίδα άκανθαν έκβαλε δια της θείας σου δυνάμεως και δος εις αυτόν ταχέως την θεραπείαν του· και εις το εξής, αν ήθελε συμβή ή εις ανθρώπους ή εις ζώα κανέν τοιούτον κακόν και επικαλεσθή το όνομά σου, λέγων· «Ο Θεός, δια πρεσβειών του δούλου σου Βλασίου, βοήθησον, χάρισαι εις αυτούς ταχέως την ιατρείαν εις δόξαν του μεγάλου σου Ονόματος». Ταύτα ειπόντος του Αγίου ευθύς έγινεν υγιές και χωρίς πόνον το παιδίον, η δε μήτηρ του ελησμόνησε την προτέραν της λύπην από την άμετρον χαράν της. Ήτο δε ο Άγιος και άριστος ιατρός και εις πολλούς τόπους περίφημος. Άξιον διηγήσεως είναι και το ιλαρώτατον τούτο· γυναικός τινος χήρας και πτωχής ήρπασεν ο λύκος ένα χοίρον, τον οποίον και μόνον είχε δια πλούτον της· έδραμε λοιπόν και αυτή εις τον Άγιον εκεί εις τον δρόμον όπου τον έφερον οι στρατιώται και έκλαιε την συμφοράν της. Ο δε Άγιος υπομειδιάσας είπε προς αυτήν· «Μη λυπείσαι, ω γύναι, και τώρα, εντός ολίγου, θα σου τον φέρη γερόν». Ο λύκος λοιπόν ευθύς έχασε το φυσικόν του ιδίωμα και επιστρέψας τον χοίρον τον έδωκεν εις την γυναίκα. Φθάσας δε ο Άγιος εις την Σεβάστειαν, ευθύς, κατά προσταγήν του ηγεμόνος, τον εφυλάκισαν. Κατά δε την επομένην ημέραν καθήσας ο ηγεμών εις το κριτήριον, επρόσταξε και έφεραν τον Άγιον, ήρχισε δε πρώτον να του ομιλή με πραότητα και προσποιητήν φιλίαν λέγων· «Χαίροις, Βλάσιε, φίλε των μεγάλων θεών». Λέγει ο Μάρτυς· «Χαίροις και συ, κράτιστε ηγεμών, πλην μη ονομάζης θεούς τους δαίμονας· γνώριζε δε ότι όσοι τιμώσιν αυτούς, θα φλογίζονται ομού μετ’ αυτών εις το αιώνιον πυρ». Ταύτα ακούσας ο κριτής εθυμώθη και επρόσταξε να δείρουν τον Άγιον με ραβδία χοντρα. Ο δε Άγιος ραβδιζόμενος είπε· «Μη νομίζης, αναίσθητε, ότι ανθρώπιναι τιμωρίαι και δυνάμεις ημπορούν να νικήσουν την αγάπην και δύναμιν του Χριστού, όστις μου ελαφρύνει τους πόνους». Αφού είπε ταύτα ο Άγιος, τον έστειλε πάλιν εις την φυλακήν ο άρχων. Μαθούσα δε η ευσεβής εκείνη και πτωχή χήρα τους αγώνας του Αγίου, και θέλουσα να δείξη ευχαριστίαν και να τον τιμήση, έσφαξε τον χοίρον, τον οποίον της έφερεν οπίσω ο λύκος δια προσταγής του Αγίου· ψήσασα δε την κεφαλήν και τους πόδας, λαβούσα δε και όσπρια και οπωρικά ήλθεν εις την φυλακήν χωρίς να φοβηθή τους φύλακας· μάλιστα δε, επειδή είχε νυκτώσει, ήναψε και κηρία, και προσπεσούσα εις τους πόδας του Αγίου τον παρεκάλει να φάγη εκ των προσκομισθέντων. Ο δε Άγιος υπακούσας εις την γυναίκα και ευχαριστήσας αυτήν έφαγεν εκ των φαγητών και την ηυλόγησε δια την καλήν της προαίρεσιν. Είτα είπε προς αυτήν· «Ούτω εόρταζέ με κάθε χρόνον και ελπίζω εις τον Θεόν ότιδεν θέλει λείψει η αγαθωσύνη του από τον οίκον σου· και όστις άλλος σε μιμηθή, θέλει λαμβάνει και εκείνος μεγάλην ευλογίαν πάντοτε εκ Θεού». Αφού δε η μακαρία εκείνη χήρα έλαβε ταύτην την καλήν εντολήν και ευλογίαν παρά του Αγίου ανεχώρησε δια τον οίκον της. Ο δε ηγεμών έφερε πάλιν τον Μάρτυρα εις το κριτήριον και του λέγει· «Θυσιάζεις, Βλάσιε, εις τους θεούς ή θέλεις να θανατωθής»; Ο Μάρτυς είπεν· «Όστις έχει γνώσιν δεν θυσιάζει εις θεούς, κατεσκευασμένους από χείρας ανθρώπων». Ταύτα ειπόντος του Μάρτυρος τον εκρέμασαν ευθύς εις ξύλον και εξέσχιζον τας πλευράς του· όμως και ούτω βασανιζόμενος ουδόλως επτοήθη, αλλ’ έλεγεν· «Εγώ δεν φοβούμαι τας κολάσεις σου, επειδή αποβλέπω εις τας αιωνίους ανταποδόσεις». Αφού δε τον κατεβίβασαν από το ξύλον, τον έστειλαν πάλιν εις την φυλακήν· ηκολούθουν δε εις τον δρόμον επτά γυναίκες ευσεβείς και ενάρετοι και ηλείφοντο με σταγόνας εκ των αιμάτων του Αγίου θεωρούσαι αυτάς πολυτιμοτέρας από το καλλίτερον μύρον· δια τούτο έλαβον και τον μισθόν της πίστεως αυτών και έγιναν εις αυτάς αιτία να λάβουν τον στέφανον του Μαρτυρίου, διότι ευθύς συνελήφθησαν ως Χριστιαναί. Επρόσταξε δε αυτάς ο κριτής να θυσιάσωσιν εις τα είδωλα, εκείναι δε αι ευλογημέναι ετεχνεύθησαν τέχνην και γνώσιν σοφωτάτην, λέγουσαι· «Ανίσως και θέλης να θυσιάσωμεν, βάλε εις σάκκον τους θεούς και σφράγισέ τους, έπειτα άφες μας να υπάγωμεν εις την λίμνην, η οποία είναι εδώ πλησίον, και αφ’ ου νιφθώμεν και καθαρισθώμεν να τους προσκυνήσωμεν». Επείσθη λοιπόν ο ηγεμών και έκαμε κατά τον λόγων των· φθάσασαι δε εκείναι εις την λίμνην έρριψαν τα είδωλα εις το βάθος της λίμνης, λέγουσαι· «Ούτω σας πρέπει, επειδή σεις εγίνατε αίτιοι να πέσουν πολλοί εις τον βυθόν της απωλείας». Τούτο μαθών ο ηγεμών εξηγριώθη σφόδρα και επρόσταξε να φέρουν τας γυναίκας ενώπιόν του, τούτου δε γενομένου λέγει προς αυτάς· «Διατί μετεχειρίσθητε δόλον κατά των θεών»; Εκείναι του είπον· «Ο αληθινός Θεός δεν φοβείται ποτέ από δόλους». Τότε ο ηγεμών επρόσταξε και ήναψαν κάμινον εντός της οποίας ανέλυσε μόλυβον, έφερον δε και σιδηρά κτένια, από δε το άλλο μέρος έφερον φορέματα λαμπρά και έλεγεν εις αυτάς να εκλέξουν εν από τα δύο, ή να θυσιάσουν δια να τιμηθούν, ή να θανατωθούν με επώδυνον θάνατον. Μία δε από αυτάς, μήτηρ δύο παίδων, αρπάσασα το λαμπρόν φόρεμα, το έρριψεν εις την κάμινον και το κατέκαυσε, τα δε δύο τέκνα της έλεγον· «Μη μας αφήσης να χαθώμεν εις την γην ταύτην, αλλά καθώς μας έθρεψας με το μητρικόν σου γάλα, ούτω πλούτισόν μας από Βασιλείαν ουρανών».  Ο δε ηγεμών τότε μεν επρόσταξε και κρεμάσαντες αυτάς τας εξέσχιζον με τα σιδηρά κτένια, θαύμα δε τότε ηκολούθησε, διότι αντί αίματος έρρεε γάλα και εφαίνοντο λαμπραί ωσάν τας χιόνας. Επειδή Άγγελοι Θεού κατελθόντες ιάτρευον τα κοπτόμενα μέλη των και έλεγον προς αυτάς· «Μη φοβείσθε· διότι ο καλός εργάτης δεν πρέπει μόνον να αρχίζη, αλλά και να τελειώση το έργον δια να λάβη και τέλειον τον μισθόν του κόπου του· ούτω πρέπει και σεις να τελειώσετε καλώς τους αγώνας σας, δια να επιτύχετε και της αιωνίου ζωής παρά Θεού». Τότε ο ηγεμών κατεβίβασεν αυτάς από το ξύλον και δια προσταγής του τας έρριψαν εις την κάμινον, ηκολούθησε δε πάλιν θαύμα όμοιον του θαύματος των Αγίων Τριών Παίδων· διότι και η φλόγα εσβέσθη και αυταί εξήλθον αβλαβείς από την κάμινον. Η πονηρά όμως ψυχή του ηγεμόνος βλέπουσα ταύτα έλεγε το γενόμενον μαγείαν και τας επρόσταξε πάλιν να θυσιάσωσιν· εκείναι δε του είπον· «Μη πλανάσαι, διότι ημείς εισήχθημεν πλέον εις την Βασιλείαν των ουρανών». Θυμωθείς λοιπόν ο ηγεμών επρόσταξε να τας αποκεφαλίσωσι και φθάσασαι εις τον τόπον του Μαρτυρίου προσηυχήθησαν αι Άγιαι, λέγουσαι· «Κύριε Βασιλεύ, δεόμεθά σου, συναρίθμησόν μας με την Πρωτομάρτυρά σου Θέκλαν δια των ιερών ευχών του Ιερωτάτου Πατρός ημών Βλασίου, ο οποίος έγινεν οδηγός μας προς την άθλησιν ταύτην και εις την απόλαυσιν της αιωνίου ζωής». Ούτω δε εκείνων προσευχομένων, ήλθον και τα δύο τέκνα προς την μητέρα των λέγοντα· «Οι στέφανοί σας είναι τώρα έτοιμοι παρά του επουρανίου Βασιλέως, παραδώσατε λοιπόν και ημάς εις τον Αθλητήν του Χριστού Βλάσιον». Και τούτο μεν ούτως έγινεν· ο δε δήμιος βιαζόμενος έκοψε τας κεφαλάς των Αγίων γυναικών, καρπόν ούσας αληθώς του θείου Βλασίου και καύχημα της ημετέρας πίστεως. Τότε λοιπόν έφεραν από την φυλακήν εις το κριτήριον και τον θείον Βλάσιον, εις τον οποίον είπεν ο ηγεμών· «Θυσιάζεις, Βλάσιε, ή όχι»; Ο δε Άγιος είπε· «Ποίος, έχων γνώσιν, ήθελε καταδεχθή να προσκυνή τοιαύτα βδελύγματα»; Ο ηγεμών είπεν· «Ανίσως και σε ρίψω εις την λίμνην, ημπορεί ο Θεός σου να σε φυλάξη»; Και ο Άγιος είπε προς αυτόν· «Δοκίμασε να εννοήσης». Τότε ο ηγεμών επρόσταξε και έρριψαν τον Άγιον εις την λίμνην. Εκείνος δε ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού εκάθητο αβλαβής επάνω των υδάτων ως επί ξηράς και έλεγεν εις τους παρεστώτας Έλληνας· «Αν έχουν και οι θεοί σας καμμίαν δύναμιν, εισέλθετε και σεις να ίδωμεν». Ακούσαντες δε οι ανόητοι εκείνοι και υπερήφανοι επήδησαν εντός της λίμνης, εξήκοντα οκτώ άνδρες, και ευθύς οι άθλιοι επνίγησαν. Άγγελος δε Κυρίου καταβάς, εχαιρέτησε τον Άγιον κατά πολλά περιχαρώς και ιλαρώς και του λέγει· «Έξελθε και λάβε τον ητοιμασμένον σοι παρά Χριστού στέφανον». Ο Μάρτυς τότε εξήλθε περιπατών επί των υδάτων ωσάν εις στερεάν γην, έλαμπε δε το πρόσωπόν του ώσπερ τον ήλιον. Ο δε ηγεμών πάλιν του είπεν· «Διατί, Βλάσιε, δεν θυσιάζεις εις τους θεούς»; Και ο Άγιος του λέγει· «Εγώ είμαι δούλος του Χριστού και δεν προσκυνώ δαίμονας». Απελπισθείς λοιπόν ο ηγεμών απεφάσισε λέγων ούτω· «Επειδή ο Βλάσιος ούτε εις εμέ επείσθη ούτε εις την προσταγήν του βασιλέως, έπνιξε δε και τους εξήκοντα οκτώ στρατιώτας, προστάζω να τον αποκεφαλίσωσιν ομού με τα δύο παιδία». Ως ήκουσεν ο Άγιος την απόφασιν, προσηυχήθη προς Κύριον λέγων· «Κύριε ο Θεός των Δυνάμεων, επάκουσόν μου του δούλου σου και δος την βοήθειάν σου εις όποιον με επικαλεσθή, ή εις ασθένειαν, ή εις πάσαν άλλην ανάγκην προς δόξαν του Αγίου Ονόματός σου». Τοιαύτα εκείνος ηύξατο, ο δε Θεός επήκουσε της δεήσεώς του· παραλαβών δε ο δήμιος τον Άγιον από το κριτήριον ομού με τα δύο βρέφη τους ωδήγησεν εις τον τόπον του Μαρτυρίου και εκεί έκοψε τας ιεράς κεφαλάς αυτών επάνω εις μίαν πέτραν, ένδοθεν του τείχους της Σεβαστείας. Και τότε μεν πιστοί τινες, ως ηδυνήθησαν, έθαψαν το τίμιον αυτού σώμα μετά των παίδων. Ύστερον δε γυνή τις ευσεβής και φιλόθεος επεμελήθη και εκόσμησε τον τάφον των. Μαθούσα δε και η ευσεβής εκείνη χήρα και γραία την τελείωσιν του Αγίου, δεν ελησμόνησε την παραγγελίαν αυτού και κάθε χρόνον τον εώρταζεν. Εσυνήθισαν δε και πολλοί άλλοι εις τούτο μιμηθέντες αυτήν και εώρταζον τον Άγιον λαμπρώς, πάντες δε απελάμβανον τας ευλογίας και τας αντιδόσεις πλουσιοπαρόχως. Εμαρτύρησε δε ο θείος Βλάσιος εις την πόλιν Σεβάστειαν, όταν εις αυτήν ηγεμόνευεν, ως είπομεν, ο Αγρικόλας, από τον οποίον και το μαρτυρικόν τέλος και τον δια Χριστόν θάνατον υπέφερε. Και νυν μεν εν ουρανοίς απολαμβάνει την εν Χριστώ ζωήν δια παντός ευφραινόμενος, χαρίζων εις όλους εκείνους, οι οποίοι τον επικαλούνται μετά πίστεως, σωτηρίαν ψυχής τα και σώματος εις δόξαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα Ι΄ (10Η) Φεβρουαρίου, διήγησις φρικωδεστάτου θαύματος περί ΥΠΑΚΟΗΣ προς τους γονείς και σεβασμού της ιεράς ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ.

Κατά τας ημέρας του βασιλέως Θεοδοσίου του Μεγάλου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 379-395, ήτο εις την Κωνσταντινούπολιν άνθρωπός τις ενάρετος εις την πολιτείαν και πλούσιος κατά πολλά εις την νεότητα, έχων υιόν μονογενή ονόματι Θεόφιλον. Εις δε το γήρας αυτού επτώχευσε πολύ και μη έχων τα αναγκαία του σώματος, είπε προς τον υιόν αυτού· «Τέκνον μου, ιδού, καθώς βλέπεις, εγώ είμαι αδύνατος και πτωχός, τόσον ώστε δεν έχω πώς να αντεπεξέλθω εις τας ανάγκας της ζωής. Λοιπόν θέλω να σε παρακαλέσω να μου κάμης μίαν χάριν δια να σωθώ και εγώ ο ταπεινός εις το γήρας μου και συ πάλιν να αξιωθής, δια την υπακοήν σου, της ουρανίου μακαριότητος». Ο δε απεκρίνατο· «Λέγε μοι, πάτερ, ό,τι ορίσης και εγώ δεν θέλω παρακούσει τας εντολάς σου». Τότε ο γέρων λέγει προς τον υιόν του· «Ο μακάριος Αβραάμ είχεν ένα υιόν εξ επαγγελίας και επήγεν εις το βουνόν να τον σφάξη, εκείνος δε ο ευλογημένος δεν έστρεψεν οπίσω, αλλά και τα ξύλα εβάσταζε μετά χαράς και μετά προθυμίας ηκολούθει τον πατέρα του. Όχι δε μόνον ούτος, αλλά και άλλοι πολλοί υπήκουσαν τους πατέρας των και δεν εζημιώθησαν. Ούτω κάμε και συ, υιέ μου παμφίλτατε, υπάκουσον την εντολήν μου και ελπίζω εις τον φιλάνθρωπον Θεόν, ότι δεν θέλεις λυπηθή δι’ αυτό». Λέγει προς αυτόν ο Θεόφιλος· «Μήπως θέλεις και συ να με θανατώσης»; Εκείνος δε απεκρίνατο· «Μη γένοιτο, τέκνον, να πράξω τοιαύτην ανομίαν. Αλλά μίαν εντολήν ποίησον και καταδέξου να σε πωλήσω ως δούλον μου, να πορευθώ εις το γήρας μου, δια να μη περιέρχωμαι ως πένης και άπορος ζητών ελεημοσύνην και ο ελεήμων Θεός θέλει κάμει έλεος εις σε δια την καλωσύνην σου ταύτην, να σου δώση πλούτον άπειρον εις τούτον τον κόσμον και την ψυχήν σου να αναπαύση εις τους κόλπους του Αβραάμ. Έτι δε και δευτέραν εντολήν μου φύλαξον έως την ώραν του θανάτου σου. Οιανδήποτε υπηρεσίαν και αν έχης και όπου να σε στείλη ο αυθέντης σου, ενθυμού να πηγαίνης πρότερον εις την αγίαν ιερουργίαν, όταν είναι καιρός, έπειτα πάλιν πήγαινε εις την εργασίαν σου μετά την απόλυσιν της Εκκλησίας. Ομοίως έχε εις την Παναγίαν πολλήν ευλάβειαν. Εάν κάμης ούτως, θέλει σε λυτρώσει ο Κύριος από μέγαν και αφόρητον κλύδωνα».Ο δε υιός απεκρίνατο μετά προθυμίας· «Ως θέλεις, πάτερ μου, ποίησον». Κατά την επομένην ημέραν επώλησεν ο πατήρ, όστις ωνομάζετο Ιουλιανός, τον υιόν του εις πατρίκιον τινα, άρχοντα του παλατίου, Κωνσταντίνον ονόματι, όστις ηγάπησε τον νέον πάρα πολύ δια την μεγάλην του υπακοή, την σωφροσύνην, την ταπείνωσιν, την ωραιότητα του προσώπου, την γνώσιν του και δια τα γράμματα τα οποία εγνώριζε και τον είχε πάντοτε εις την συνοδείαν αυτού και την τράπεζάν του, διότι τον υπηρέτει επιμελώς. Εν μια δε των ημερών, απερχόμενος εις τα βασίλεια ο αυθέντης του, ελησμόνησε τον χαρτοφύλακά του, εις τον οποίον είχε τους βασιλικούς ορισμούς. Έστειλε λοιπόν τον Θεόφιλον να δράμη ταχέως να του τον φέρη. Ο δε νέος έτρεχεν ως ηδύνατο. Εισελθών δε εις το δωμάτιον του πατρικίου θαρρετά, ήρπασε τον χαρτοφύλακα. Την ώραν δε εκείνην εκείτετο εις την κλίνην η γυνή του πατρικίου με ένα δούλον της και εμοιχεύετο. Ο δε νέος, από την βίαν του, δεν τους αντελήφθη. Εκείνοι όμως οι άθλιοι, οι οποίοι έκαμναν την αμαρτίαν, εμελέτησαν κατ’ αυτού κενά και μάταια. Ελθών δε ο πατρίκιος, είπε προς αυτόν η γυνή του· «Δια τούτο ηγόρασες τον δούλον αυτόν, δια να έλθη εις την κλίνην να με μοιχεύση ο αναίσχυντος; Και αν δεν ήθελα φωνάξει να με βοηθήση ο δείνα, έπαιρνε την τιμήν μου ο ασεβέστατος· μήπως είμαι εγώ από άτυχον γένος και με κατεφρόνησες; Εις την ευχήν των γονέων μου και την σωτηρίαν της ψυχής μου, σε προειδοποιώ ότι, εάν αύριον δεν ίδω την κεφαλήν αυτού του αυθάδους και παντόλμου δούλου κομμένην, δεν σταματώ πλέον μίαν ώραν εις την οικίαν σου, αλλά χωρίζομαι από σε και λαμβάνω την προίκα μου». Ταύτα ακούσας ο πατρίκιος εθυμώθη κατά του δούλου και της υπεσχέθη να κάμη το θέλημά της εξ αποφάσεως. Την επαύριον συνηντήθη εις το παλάτιον με τον έπαρχον και του λέγει· «Αύριον το πρωϊ θα σου στείλω ένα δούλον μου και ως έλθει κόψε την κεφαλήν του, βάλε την εις ένα σάκκον, βούλωσέ την και να μου την στείλεις». Ο δε έπαρχος απεκρίνατο· «Εγώ δεν κάμνω άδικον κρίσιν, μόνον ας μαρτυρήσουν τρεις άνθρωποι γραφικώς, ότι είναι άξιος θανάτου, και τότε να τον φονεύσω». Τότε ο πατρίκιος είπεν ενώπιον τριών μαρτύρων την κατηγορίαν, λέγων· «Δούλον νέον ηγόρασα και αυτός ο άθλιος εδυνάστευ την κυρίαν του να κοιμηθή μετ’ αυτής». Ταύτα ειπών έγραψε τον θάνατον αυτού δια της ιδίας του χειρός και τότε εδέχθη ο έπαρχος να τον θανατώση. Όταν δε εξημέρωσεν, εκάλεσεν ο πατρίκιος τον ανεύθυνον, λέγων προς αυτόν· «Άπελθε εις τον έπαρχον και ειπέ του ότι τον χαιρετώ και να μου στείλη απόκρισιν». Απερχόμενος λοιπόν ο καλός δούλος επέρασεν από Ναόν τινα της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, εις τον οποίον ελειτούργουν και ανεγίνωσκον τον Απόστολον. Τότε ενεθυμήθη την πατρικήν παραγγελίαν και εισελθών εις την Εκκλησίαν έμεινεν έως την απόλυσιν. Ο δε κάκιστος δούλος, όστις εμοίχευε την πατρικίαν, βλέπων, ότι ήργησε να στείλη την κεφαλήν ο έπαρχος, είπε προς τον πατρίκιον· «Υπάγω εγώ να την φέρω, εάν ορίζης». Ο δε πατρίκιος είπε προς αυτόν· «Άπελθε». Έδραμε λοιπόν τρέχων ο κακός δούλος, ωσάν να έμελλε να λάβη θησαυρόν πολύτιμον και φθάσας εις την οικίαν του επάρχου εισελθών εχαιρέτησεν αυτόν εξ ονόματος του πατρικίου. Εκεί όμως εστέκετο κρυφίως ο δήμιος με την ακονισμένην σπάθην και έκοψε την κεφαλήν αυτού πάραυτα, την οποίαν έβαλαν εις λεκάνην και πλύναντες αυτήν ετύλιξαν εις μανδήλιον και την έβαλαν εις σάκκον, όταν δε ήθελον να σφραγίσουν τον σάκκον, ιδού έφθασε και ο πιστός και άδολος δούλος, όστις πρότερον ελειτουργήθη, και χαιρετήσας τον έπαρχον έλαβε παρ’ αυτού την κεφαλήν σφραγισμένην εις τον σάκκον, μη γνωρίζων τι περιέχει εντός αυτού. Όταν δε ούτος επήγεν εις τον πατρίκιον και τον είδον όλοι, εθαύμασαν και μάλιστα η κυρία του, διότι ενώ τον έστειλε δια να του κόψουν την κεφαλήν αυτός επέστρεψε ζων. Ερωτήσαντες δε αυτόν τι εκράτει, απεκρίθη λέγων· «Καθώς παρήγγειλες, κύριέ μου, εχαιρέτησα τον έπαρχον και ευθύς μου έδωκεν αυτό το πράγμα να σου φέρω, αλλά δεν γνωρίζω τι έχει μέσα». Λαβόντες τότε αυτό οι υπηρέται και αποσφραγίσαντες, εύρον την κεφαλήν του μοιχού. Η δε μοιχαλίς ετρόμαξε και έμεινεν άλαλος ώραν πολλήν. Έπειτα, αφ’ ου συνήλθεν ο νους της, κατενόησε την δικαίαν απόφασιν του Θεού. Και φοβηθείσα μήπως πάθη τα όμοια και αυτή ως κακού αίτιος, έκλαυσεν εξ όλης καρδίας και ωμολόγησε παρρησία την ανομίαν της, λέγουσα· «Εγώ, αυθέντη μου, η αθλία και ταλαίπωρος, είμαι η αφορμή του κακού και φοβούμαι μήπως πάθω κατά τα έργα μου. Ότι «ου γαρ εστι κρυπτόν», κατά την του Κυρίου φωνήν, «ο ου φανερόν γενήσεται» (Λουκ. η: 17). Εγώ, κύριέ μου, έκαμνα την πονηράν αμαρτίαν με τον φονευθέντα δούλον επί τρεις και  ήμισυ σήμερον χρόνους, και δεν το εγνώριζες. Ούτος δε ο νέος δούλος είναι καθαρός από εμέ και αμαρτίαν ποσώς δεν έπραξεν, αλλά αδίκως τον κατηγόρησα η ταλαίπωρος. Διο δίκαιος ο Κύριος και δικαιοσύνας ηγάπησεν, αποδίδων εκάστω κατά τα έργα αυτού· λοπόν, αυθέντα μου, συγχώρησόν μοι δια τους οικτιρμούς του Θεού και υπόσχομαι να μη σου πταίσω πλέον από την σήμερον». Κατέλαβε λοιπόν άπαντας φρίκη και έκστασις και εδόξασαν τον φιλάνθρωπον Κύριον, ότι ουδέποτε παραβλέπει τον ποιούντα το θέλημα αυτού. Τότε ο πατρίκιος ηρώτησε τον νέον να είπη πάντα τα κατ’ αυτόν, ήτοι την πολιτείαν του και τας αρετάς του. τότε αυτός διηγήθη την προτέραν ευγένειαν του πατρός του, την εσχάτην του πενίαν, την υπακοήν την οποίαν έκαμε να πωληθή ως δούλος δια να περιθάλψη το γήρας του και την παραγγελίαν, την οποίαν εκείνος του έδωσε να πηγαίνη εις την ιεράν Λειτουργίαν και τα επίλοιπα. Ο δε πατρίκιος, ταύτα ακούσας, είχεν πλέον αυτόν ουχί ως δούλον, αλλ’ ως υιόν αυτού γνήσιον συνεσθίοντα μετ’ αυτού και συναυλιζόμενον. Όχι δε μόνον ταύτα, αλά και κληρονόμον τον έγραψεν εις όλον τον πλούτον του. Διο και ημείς, αγαπητοί, ας φοβηθώμεν τα κρίματα του Θεού και ας πηγαίνωμεν τακτικά εις την Εκκλησίαν, ας ιστάμεθα μετά φόβου και τρόμου μέχρι της απολύσεως, ως εάν εβλέπαμεν και με τους αισθητούς οφθαλμούς αυτόν τον Δεσπότην Χριστόν, όστις μέλλει να μας κρίνη κατά την φοβεράν εκείνην ημέραν της κοινής αναστάσεως, και να μη εξερχώμεθα του Ναού χωρίς να τελειώση η ακολουθία. Ούτε να τολμήση τις να ομιλήση εν αυτή ουδόλως, διότι όστις εξέρχεται της Εκκλησίας χωρίς ανάγκης μεγάλης, ή είπη τίποτε περί σωματικών φροντίδων, μιμείται τον Ιούδαν, όστις ηγέρθη από τον δείπνον και απελθών επρόδωσε τον Χριστόν, ο αχάριστος.